ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Γ
image_pdfimage_print

Είναι αναπόφευκτό πλέον, από ότι φαίνεται, η ανθρωπότητα να περνά από την μια κρίση στην άλλη. Από την χρηματοπιστωτική κρίση (ΗΠΑ) στην κρίση δημόσιου χρέους (Ε.Ε.) και ταυτόχρονα στην διατροφική κρίση  (Λατινική Αμερική, Ασία, Αφρική, Ανατ. Ευρώπη )  και την κρίση ενέργειας και την περιβαλλοντολογική κρίση (Ιαπωνία) και σε πολιτικές κρίσεις με ευρύτερες διαστάσεις όπως αυτές στον Αραβικό κόσμο και έπεται συνέχεια.
Τα προβλήματα έχουν γενικευθεί, έχουν οικουμενικοποιηθεί. Έχουν αποκτήσει πλανητικές διαστάσεις. Το ένα συναρτάται με το  άλλο και  όλα μαζί συνθέτουν μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία αλληλο-καθορισμού  τους.

Το διατροφικό πρόβλημα που εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια δεν είναι ξεκομμένο από την γενικότερη διαδικασία ανάδυσης των σύγχρονων προβλημάτων. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι εμφανίζεται σε μια περίοδο όπου, με βάση την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων η ανθρωπότητα,  θεωρητικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι σε θέση  να καλύψει τις υλικές της ανάγκες. Ότι έχει όλες τις δυνατότητες να ξεπεράσει την ιστορική περίοδο της ανάγκης. Να απαλλαγεί από το άγχος της διασφάλισης των βιοποριστικών προβλημάτων. Την μάστιγα τουλάχιστον της πείνας, αλλά και πολλών άλλων. Τι την εμποδίζει να το πετύχει;
Η απάντηση παραπέμπει στα μεγάλα ζητούμενα της νέας εποχής. Των ανατροπών που πρέπει να γίνουν στους διεθνείς συσχετισμούς προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλη, έλλογη,  διαχείριση των οικουμενικών προβλημάτων. Στον αγώνα αυτό οι πεινασμένοι λαοί είναι βέβαιο ότι θα συμμετέχουν, η απόγνωση θα τους οδηγήσει αργά ή γρήγορα να εξεγερθούν (ήδη μερικοί το κάνουν) και να αποτελέσουν μια από τις συνιστώσες του νέου πολύμορφου οικουμενικού κινήματος.

Η διατροφική κρίση σαν κρίση τιμών.

Το διατροφικό πρόβλημα,  σε αυτή τη φάση, εμφανίζεται σαν πρόβλημα τιμών (κι όχι σαν πρόβλημα έλλειψης) σε βασικά είδη διατροφής. Οι τιμές ενός αριθμού βασικών προϊόντων, μέσα σε ένα χρόνο σχεδόν, έχουν  διπλασιαστεί. Αυτές αφορούν τα σιτηρά, τη ζάχαρη, το καλαμπόκι, το κακάο,  τον καφέ και τα παράγωγά τους. Η διατροφική κρίση σχετίζεται βέβαια και με  την μείωση της παραγωγής  αυτών των προϊόντων. Αλλά τα προϊόντα αυτά υπάρχουν στην αγορά, μπορεί κανείς να τα βρει,  αλλά σε τιμές διπλάσιες από πέρυσι. Επόμενα η διατροφική κρίση παίρνει τη μορφή μιας κρίσης τιμών, γεγονός που για τις φτωχές χώρες σημαίνει αδυναμία αγοράς αυτών των προϊόντων και αδυναμία διατροφής.
Επισιτιστικό πρόβλημα γενικό υπάρχει σε πολλές χώρες εδώ και πολλά χρόνια. Είναι γνωστές οι εκθέσεις των διεθνών οργανισμών γι΄ αυτό το θέμα. Ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποφέρουν μόνιμα από την πείνα, ένα παιδί πεθαίνει κάθε 30 δευτερόλεπτα από υποσιτισμό.
Το πρόβλημα όμως που παρουσιάζεται εδώ κι ένα χρόνο είναι διαφορετικό. Έχει άλλες διαστάσεις. Η διαφορά βρίσκεται στο εξής: Στις κοινωνίες με τα χρόνια επισιτιστικά προβλήματα δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα αγοράς τροφίμων ανεξάρτητα από την τιμή που έχουν αυτά. Οι κοινωνίες αυτές είναι κάτω από το λεγόμενο «όριο φτώχειας». Δεν διαθέτουν καμιά αγοραστική δύναμη. Κι επιβιώνουν, όσο γίνεται αυτό, μέσω αποκλειστικά των επισιτιστικών προγραμμάτων.
Με την άνοδο στις τιμές των γεωργικών προϊόντων, ο κύκλος των χωρών που  αντιμετωπίζουν προβλήματα επισιτισμού  διευρύνθηκε εντυπωσιακά. Περιέλαβε χώρες της Ασίας, Αφρικής, Λατινικής Αμερικής,  του Ειρηνικού Ωκεανού αλλά και της Ανατολικής Ευρώπης. Οι χώρες αυτές συνιστούν ένα δεύτερο επίπεδο φτωχών χωρών που διαθέτουν μια ορισμένη καταναλωτική δυνατότητα που όμως δεν είναι ικανή να ανταποκριθεί σε έναν διπλασιασμό των τιμών  στα βασικά είδη διατροφής.
Το φαινόμενο δεν θα είχε τόσο μεγάλη σημασία  αν ήταν κάτι το παροδικό. Όλα δείχνουν όμως ότι πρόκειται για κάτι μόνιμο. Ο πλανήτης έχει μπει για τα καλά  σε μια περίοδο μακράς διατροφικής κρίσης που ξεκινά με την μεταβλητότητα στις τιμές των τροφίμων αλλά οδηγεί σίγουρα σε εκτεταμένα φαινόμενα επισιτιστικής ανεπάρκειας με άγνωστες διαστάσεις.

Η αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων επηρεάζει και το επίπεδο ζωής των ανεπτυγμένων χωρών με έμμεσο όμως τρόπο, μέσω της αύξησης του πληθωρισμού.  Ο πληθωρισμός τροφίμων αποτελεί ένα σημαντικό μέρος του γενικού ποσοστού του πληθωρισμού. Αλλά αυτό είναι άλλης τάξης ζήτημα. Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες βρίσκονται στην ουσία έξω από την διατροφική κρίση όπως εξελίσσεται τελευταία, σαν κρίση δηλ. τιμών. Στην πορεία βέβαια με κάποιον τρόπο, λιγότερο ή περισσότερο άμεσο, είναι σίγουρο ότι  θα  περιληφθούν και αυτές στην μελλοντική  επιδείνωση του διατροφικού προβλήματος. Είναι αδύνατον  να μείνουν έξω από αυτό.

Η διατροφική κρίση δεν επηρεάζει όλες τις περιφερειακές χώρες κατά τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Για να βρούμε ποιες χώρες επηρεάζονται περισσότερο πρέπει να εξετάσουμε: α) το κατά κεφαλήν εισόδημα, β) το ποσοστό των τροφίμων στον οικογενειακό προϋπολογισμό και γ) το ισοζύγιο εξαγωγών –εισαγωγών τροφίμων ως ποσοστό του ΑΕΠ  (πόσο δηλ. αρνητικό είναι).

Η συνθετότητα του προβλήματος

Η βασική αιτία που το διατροφικό πρόβλημα έχει πάρει οικουμενικές διαστάσεις είναι η σταδιακή  απώλεια της διατροφικής αυτοδυναμίας όλων των εθνικών οικονομιών. Καμιά χώρα πλέον δεν είναι διατροφικά αυτάρκης. Η αλληλεξάρτηση στον τομέα των τροφίμων έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Αυτό έχει προκύψει βαθμιαία μέσα από την  διαδικασία καπιταλιστικής ολοκλήρωσης όπου η παραγωγή, η διανομή και η ανταλλαγή των προϊόντων καθώς και η κατανάλωση έχουν φθάσει να γίνονται πλέον  σε παγκόσμια κλίμακα. Χώροι για επί μέρους,  εθνικού επιπέδου, πολιτικές αντιμετώπισης του διατροφικού προβλήματος δεν φαίνεται να υπάρχουν. Οι κοινωνίες οι βασισμένες στην αυτάρκεια ανήκουν οριστικά  στο παρελθόν.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της αλληλεξάρτησης είναι η διατροφική ανισότητα ανάμεσα στις ανεπτυγμένες και υπανάπτυκτες χώρες.
Ο μηχανισμός διακίνησης των τροφίμων γίνεται μέσω μιας παγκόσμιας αγοράς με βάση τους όρους της άνισης ανταλλαγής, σε βάρος των υπανάπτυκτων οικονομιών.
Η διεθνής αγορά τροφίμων είναι μια ατελής αγορά (όπως  η αγορά κατοικίας)  δηλ. μια αγορά όπου η παραγωγή δεν καθορίζεται από την ζήτηση και άρα και τις τιμές. Παράγεται ότι παράγεται και στη συνέχεια μέσω της συνεκτίμησης διάφορων παραγόντων ορίζεται η τιμή.
Στη διαμόρφωση της τιμής συντελούν :
1) Η ζήτηση, που ανεξάρτητα από συγκυρίες αυξάνει συνεχώς. Σε αυτό συντελεί βασικά η αύξηση της κατανάλωσης τροφίμων από τις αναπτυσσόμενες χώρες.

2) Η παραγωγή, ο όγκος της παραγωγής,  που παρουσιάζει γενικά μια  πτωτική τάση που οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι οι εντεινόμενες κλιματικές αλλαγές και τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα (ξηρασίες, πλημμύρες, πυρκαγιές), που κι αυτά έχουν προσλάβει μόνιμο χαρακτήρα, και συμβάλουν ολοένα πιο συχνά στην καταστροφή ενός μέρους της ετήσιας  παραγωγής  αγροτικών προϊόντων. Το πρόβλημα εκτιμάται ότι θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια και ότι γενικά οι φυσικές καταστροφές πρόκειται να ευαισθητοποιήσουν,  στην πορεία,  ολοένα περισσότερο τον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Όλα δείχνουν ότι η παραγωγή στο μέλλον δεν πρόκειται να κινείται σε ένα σταθερό ή ανώτερο επίπεδο.

3) Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλει στη μείωση της παραγωγής (και μέσω αυτής στην αύξηση των τιμών) είναι η αυξανόμενη χρήση βιοκαυσίμων. Τα βιοκαύσιμα  συνιστούν δυνητικά την σημαντικότερη απειλή  για το διατροφικό πρόβλημα της ανθρωπότητας. Ήδη σήμερα με την υποκατάσταση μόλις του 1% των ορυκτών καυσίμων από βιοκαύσιμα έχουμε μια  δυσανάλογη επίπτωση στο βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων ανθρώπων.
Με τον όρο βιοκαύσιμα εννοούμε τα καύσιμα που προκύπτουν από αγροτικά προϊόντα (σιτηρά, καλαμπόκι, σακχαροκάλαμο, σόγια, παντζάρι, φοινικόδενδρα, ηλιόσπορους κλπ.). Τα προϊόντα αυτά καλλιεργούνται ως επί το πλείστον  στις τροπικές χώρες. Η αυξανόμενη ζήτηση για βιοκαύσιμα έχει οδηγήσει σε μεγάλες αναδιαρθρώσεις των καλλιεργειών σε αυτές τις χώρες. Οι γεωργοί εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές καλλιέργειες και στρέφονται σε φυτά που χρησιμοποιούνται για βιοκαύσιμα. Ακόμα προχωρούν σε εκτεταμένες καταστροφές δασών προκειμένου να αναπτύξουν την καλλιέργεια αυτών των προϊόντων. Η όλη εξέλιξη  είναι φανερό ότι επηρεάζει τόσο το περιβάλλον όσο και την παραγωγή  και τις τιμές των τροφίμων. Μειώνεται η παραγωγή τροφίμων για διατροφή, καταστρέφονται τα δάση κι αυξάνει η καλλιεργήσιμη γη για βιοκαύσιμα. Η μετατροπή των τροφίμων σε καύσιμα οδηγεί στην πείνα εκατομμύρια ανθρώπους. Κι αυτό με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αντισταθμισθεί από αυτά που υποστηρίζουν διάφορες οικολογικές ομάδες, ότι δηλ. τα βιοκαύσιμα αναπτύσσουν την γεωργική οικονομία, ότι την εντάσσουν στην πράσινη ανάπτυξη, ότι συμβάλουν στην μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο και ότι εξασφαλίζουν έναν επιζητούμενο,  μαζί με άλλες πηγές, ενεργειακό πλουραλισμό.

4) Τα τρόφιμα στις μέρες μας έχουν επίσης μετατραπεί και σε χρηματιστηριακά προϊόντα,  οι τιμές τους δηλ. διαμορφώνονται, σε μεγάλο βαθμό, με χρηματιστηριακούς όρους. Έχει δημιουργηθεί η χρηματιστική αγορά παραγώγων τροφίμων αφού προηγούμενα αρθήκαν όλοι ανεξαίρετα οι περιορισμοί που υπήρχαν στην αγορά βασικών αγαθών. Η μεταφορά κεφαλαίων από τον χρηματοπιστωτικό τομέα στον τομέα των παραγώγων τροφίμων τον τελευταίο χρόνο παρουσίασε μια αύξηση 40-80% σε σχέση με το 2008. Τα συμβόλαια με τους παραγωγούς γίνονται τίτλοι χρηματιστηριακοί, μπαίνουν στην αγορά παραγώγων τροφίμων και από κει αγοράζονται και πωλούνται επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο την διαμόρφωση του γενικού επίπεδου τιμών των αγροτικών προϊόντων.
Ο χρηματιστηριακός  παράγοντας σαφώς και επιδεινώνει την  κρίση τιμών και δεν υπάρχει περίπτωση να λειτουργήσει θετικά  στην κρίση της αγοράς τροφίμων.  Αλλά απέχει πολύ ακόμα από το να την ορίζει καθοριστικά ο ίδιος. Όλα δηλ. τα περί κερδοσκοπικών ερμηνειών της διατροφικής κρίσης απέχουν της πραγματικότητας. Αφορούν απλοϊκές εκδοχές που αδυνατούν να συλλάβουν την συνθετότητα του προβλήματος.

5) Τέλος στην γενική,  κάθε φορά,  διαμόρφωση των τιμών των αγροτικών προϊόντων υπεισέρχονται και μερικοί άλλοι παράγοντες, όπως η τιμή του πετρελαίου και των λιπασμάτων, η πολιτική τροφίμων μεμονωμένων χωρών ή ακόμα και οι τρέχουσες ισοτιμίες των νομισμάτων (στις ανατιμήσεις των τροφίμων πάντα συντείνουν οι ανατιμήσεις του πετρελαίου και η εμπεριεχόμενη σε αυτήν διολίσθηση του δολαρίου). Εδικά  τις τιμές των τροφίμων τις επηρεάζει η πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου για δύο λόγους : α) Το πετρέλαιο χρησιμοποιείται σαν βασική εισροή για την παραγωγή, την μεταφορά και την μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων και β) μια άνοδος της τιμής του πετρελαίου ωθεί προς τα πάνω την ζήτηση για βιοκαύσιμα μειώνοντας έτσι την προσφορά τροφίμων.

Το θέμα λοιπόν των διεθνών τιμών των βασικών αγροτικών προϊόντων είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Η πολύ-εξάρτηση αυτή το καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο στην αντιμετώπισή του. Οι φυσικοί παράγοντες που το επηρεάζουν πάνε μαζί με « τεχνητούς» που προστίθενται  και συνθέτουν τελικά μια πολύπλοκη διαδικασία προσδιορισμού των τιμών.
Η πλανητική διάσταση του προβλήματος από την άλλη του προσδίδει τεράστια σημασία καθώς αφορά την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Γεγονός είναι ότι η  ανθρωπότητα περνά σε οριακές καταστάσεις ακόμα και σε ζητήματα στοιχειώδους επιβίωσης. Η πείνα, η αρχαία αυτή μάστιγα των φτωχών λαών, που δεν σταμάτησε ποτέ να υπάρχει, ξαναπαίρνει πρωτόγνωρες διαστάσεις κι απειλεί εκατομμύρια ζωές.
Η απόγνωση των πεινασμένων λαών έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται μέσα από την μορφή αντικαθεστωτικών εξεγέρσεων. Κι έχει κοινωνικά επισημανθεί σαν μία  από τις αιτίες των Αραβικών εξεγέρσεων. Αλλά δεν θα περιοριστεί  σε αυτές. Η διατροφική  κρίση, όπως εξελίσσεται,   θα πλήξει τεράστιους πληθυσμούς. Κανένα επισιτιστικό πρόγραμμα δεν θα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες  διατροφής που θα προκύψουν.

Το διατροφικό βέβαια πρόβλημα έχει κι άλλες μορφές με πρώτη και κύρια την επάρκεια του νερού που πρόκειται να αποτελέσει μια από τις μεγάλες μελλοντικές προκλήσεις της ανθρωπότητας – με ίδιες και χειρότερες επιπτώσεις,  από ότι τα τρόφιμα –  για την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.  Ο έλεγχος των υδάτινων πόρων συνιστά  ένα από τα επίμαχα ζητήματα στους νέους ανταγωνισμούς την εποχή της οικουμενικότητας. Ήδη σχεδιάζονται οι «δρόμοι του νερού» όπως οι αντίστοιχοι δρόμοι της ενέργειας.
Η «μεταλλαγμένη διατροφή» είναι κι αυτή μια βασική μορφή που παίρνει το σύγχρονο  διατροφικό πρόβλημα με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην παραδοσιακή αγροτική καλλιέργεια όσο και στην κτηνοτροφία. Η μετάλλαξη είναι η τελευταία πράξη αποξένωσης των παραγωγών από την παραγωγή. Η κατοχή και διάθεση των σπόρων για μεταλλαγμένες καλλιέργειες αποτελεί αποκλειστικότητα των εταιριών που τους παράγουν. Μέσω αυτών, επιτυγχάνεται ο απόλυτος έλεγχος της παραγωγής, δημιουργείται το υπόβαθρο για την επιβολή ενός αποκλειστικά γενετικά τροποποιημένου μοντέλου διατροφής.
Ένας νέος αποικιοκρατισμός του μέλλοντος αναδύεται που  έχει να κάνει με ελέγχους εδαφών και την καταλήστευση πλούτου (κύρια υδάτινου και ενεργειακού) και επεκτείνεται  στον έλεγχο της παραγωγής τροφίμων μέσα από τους μηχανισμούς εμπορίας – διακίνησης, την προώθηση της καλλιέργειας των μεταλλαγμένων,  την κατοχή των σπόρων για τα φυτά, των λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων κλπ. Έχει τεθεί υπό διεθνή έλεγχο όλος ο κύκλος παραγωγής –διάθεσης της αγροτικής παραγωγής. Τα διατροφικό πρόβλημα έχει, από κάθε άποψη,  προσλάβει οικουμενικές διαστάσεις.
Οι διατροφικές κρίσεις του σήμερα και του αύριο έχουν σχέση με όλη αυτήν την εξέλιξη και τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα που επισωρεύει.
Οι εξεγέρσεις των λαών,  για το ελάχιστο δικαίωμα στη ζωή, γίνεται φανερό ότι είναι προϊόντα της παγκοσμιοποίησης και  θα αποτελέσουν μια από τις βασικές συνιστώσες του πολύμορφου κινήματος που μέλλει να σημαδέψει την πλανητική εποχή.

Μήλιος Χρ.
10-5-2011

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

Kατηγορίες

Ιστορικό