Ιάκωβος Καμπανέλλης και Νεοελληνικό θέατρο: Τρία κείμενα

Ι
image_pdfimage_print

Εισαγωγικό σημείωμα

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (1921-2011), σημάδεψε τη μεταπολεμική ελληνική δραματουργία με το έργο του. Ο απολογισμός της πορείας του είναι εντυπωσιακός. Σαράντα ένα θεατρικά έργα σε εξήντα χρόνια, έξι κινηματογραφικά σενάρια, δύο τηλεοπτικά, αρκετά ποιήματα που εντάχθηκαν στα θεατρικά του και έγιναν τραγούδια, ένα συγκλονιστικό χρονικό της ομηρίας του στο Μαουτχάουζεν. Ακόμη θεατρικές και κινηματογραφικές σκηνοθεσίες, δημοσιογραφία, ραδιόφωνο καθώς και  αναρίθμητες παραστάσεις έργων του στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, συνθέτουν την πολύπλευρη παρουσία του στο χώρο του πολιτισμού.
Ο Καμπανέλλης άνοιξε νέους δρόμους με τη δραματουργία του. Αν και “εμπειρικός μάστορας”, και μάλιστα “χωρίς ουσιαστικούς θεατρικούς προγόνους”, ήταν ένας ευαίσθητος δέκτης των δονήσεων του καιρού του που απέδωσε με γνησιότητα ένα ευρύ φάσμα θεατρικής θεματικής και μορφολογίας.
Για το μικρό αυτό αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη  επιλέξαμε τρία κείμενα:
Α) Ένα κείμενο του Κάρολου Κούν που αξιολογεί την προσφορά του Καμπανέλλη στο νεοελληνικό θέατρο. Είναι, πιστεύουμε, ο πιο κατάλληλος, να μιλήσει γι αυτόν. Το θέατρο τέχνης και ο Κάρολος Κούν υπήρξαν αυτοί που κυριολεκτικά προκάλεσαν την θεατρική εμφάνιση  του Καμπανέλλη. Ο Καμπανέλλης έγινε θεατρικός συγγραφέας χάρις στο Θέατρο Τέχνης. Είναι καθαρό δημιούργημά του. Όπως πολλοί άλλοι συγγραφείς,  ηθοποιοί, μεταφραστές, σκηνογράφοι κλπ. κλπ. Το Θέατρο Τέχνης δεν ήταν απλά  ένα θέατρο   όπως τα άλλα. Επιτελούσε έναν ευρύτερο παιδευτικό ρόλο. Πού ξεκινούσε από όλους αυτούς που ονομάζουμε  συντελεστές, “ανθρώπους του θεάτρου” και επεκτείνονταν στα πιο προοδευτικά τμήματα της Ελληνικής κοινωνίας. Τον Καμπανέλλη δεν μπορούμε να τον δούμε έξω από όλη αυτή την θεατρική κίνηση που είχε σαν βάση το θέατρο τέχνης και οδήγησε στην αναμόρφωση του μεταπολεμικού θεατρικού τοπίου στην Ελλάδα.
Β) Το δεύτερο κείμενο είναι ένα άρθρο του Καμπανέλλη για το πολιτικό θέατρο. Το επιλέξαμε για δύο λόγους: Πρώτον γιατί η γνώμη ενός συγγραφέα πάνω σε αυτό το ζήτημα τον χαρακτηρίζει  (με οποιονδήποτε τρόπο) και δεύτερον γιατι ο Καμπανέλλης  προσπάθησε να κάνει πολιτικό θέατρο (άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο πετυχημένα).
Γ) Τέλος  δημοσιεύουμε ένα μικρό, αλλά αντιπροσωπευτικό, δείγμα της γραφής του  Καμπανέλλη, το “κλασσικό” μονόπρακτο “Αυτός και το παντελόνι του”.

Μήλιος Χρήστος

ΕΝΑΣ ΑΝΑΝΕΩΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Του Κάρολου Κουν
Μιλώντας για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη μιλώ για ένα παλιό μου συνεργάτη και φίλο, που έχει παραμείνει συνεργάτης και φίλος στενός ολ’ αυτά τα χρόνια και που το έργο του είναι πραγματικά πολύ σημαντικό. Το πρώτο που πρέπει να πει κανείς για τον Καμπανέλλη είναι ότι από κείνον ξεκινά μια καινούργια μορφή του νεοελληνικού θεάτρου. Υπήρξε η αρχή, η αφετηρία των νέων θεατρικών συγγραφέων και «Η αυλή των θαυμάτων» του είναι ένα — το βασικότερο ίσως — ορόσημο για τους προσανατολισμούς των συγγραφέων αυτών. Τον Ιάκωβο τον είχα γνωρίσει λίγο καιρό πριν μου φέρει την «Αυλή» για να τη διαβάσω, το 1957. Το έργο το αγάπησα πολύ, το ανεβάσαμε αμέσως στο «Θέατρο Τέχνης» και είχε τεράστια επιτυχία, τόσο από άποψη καλλιτεχνική όσο και από άποψη ανταπόκρισης του κοινού. Τι είναι όμως εκείνο το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που κάνει τον Καμπανέλλη ξεχωριστό συγγραφέα; Είναι κυρίως η θεατρική μαγεία της γραφής του. Και τι είναι η θεατρική μαγεία; Είναι ένα ένστικτο και μια γνώση για το τι πρέπει να προβληθεί την κάθε στιγμή, για το πόσο πρέπει να διαρκέσει αυτό και πόση πρέπει να είναι η ένταση εκείνου που προηγείται και εκείνου που έπεται. Πιστεύω ότι δε μπορεί να υπάρξει σημαντικό θεατρικό έργο αν δεν έχει ως κύριο συστατικό και γνώρισμα τη θεατρική μαγεία. Όλοι οι συγγραφείς που έχουν μια διάρκεια μέσα στο χρόνο και μέσα στο χώρο, είναι συγγραφείς που ξέρουν να δημιουργούν αυτή τη μαγεία, που ξέρουν να δίνουν τις καταστάσεις με τα σωστά μέσα — που ξέρουν λόγου χάρη αν σ’ ένα σημείο του έργου χρειάζεται μια λέξη μόνο, μια κίνηση, η μια σκηνή τεσσάρων σελίδων. Γιατί, μπορεί το γράψιμο ενός συγγραφέα να είναι πολύ ωραίο, πολύ ποιητικό η να έχει μεγάλη πνευματικότητα, για να γίνει όμως θέατρο πρέπει να υπάρξει απαραίτητα αυτή η μαγεία, η οποία διαμορφώνεται και αναμορφώνεται κάθε τόσο, ανάλογα με τις εποχές. Μόνο τότε έχουμε επί σκηνής ένα έργο γερό, που ο θεατής μπορεί να το παρακολουθήσει και να δημιουργηθούν μέσα του οι ανάλογες καταστάσεις και τα ερεθίσματα που θα του επιτρέψουν να πλησιάσει τα νοήματα — είτε κοινωνικά είτε πολιτικά είτε πνευματικά είτε φιλοσοφικά και υπαρξιακά είν’ αυτά — που ο συγγραφέας θέλει να του μεταδώσει.
Από την εποχή της «Αυλής» έως σήμερα έχουμε παίξει πολλά έργα του Καμπανέλλη στο «Θέατρο Τέχνης». Σε άλλα απ’ αυτά ήταν περισσότερο έντονα και εμφανή τα χαρίσματα της θεατρικής του γραφής, σε άλλα λιγότερο, πάντα όμως είχαν τη σφραγίδα της ποιότητας του δημιουργού τους και πάντα σημείωσαν επιτυχία, γιατί πάντα είχανε κάτι σημαντικό να προσθέσουνε στον θεατρικό μας χώρο.
Όταν πρωτοξεκίνησε το «Θέατρο Τέχνης», το 1942, μέσα στις προοπτικές και στις φιλοδοξίες μας ήταν και η δημιουργία ενός πυρήνα νέων Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων που θα έφερναν καινούργια πνοή στο εγχώριο θέατρο. Εκείνη την εποχή κυριαρχούσε η φαρσοκωμωδία σαν βασική ελληνική έκφραση, η οποία είχε προσφέρει αρκετά καλά δείγματα, σ’ ένα είδος βέβαια «θεάτρου ψυχαγωγίας». Επίσης πρέπει να αναφέρουμε την επιθεώρηση, αλλά και την παράδοση του Ξενόπουλου, που δέσποζαν τότε στις θεατρικές μας σκηνές. ο πρώτος Έλληνας θεατρικός συγγραφέας που συνεργάστηκε μαζί μας και αποτελούσε μέλος της ομάδας του θεάτρου μας ήταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, ο οποίος ήταν συγχρόνως και μεταφραστής πολλών ξένων έργων που ανεβάσαμε. Το 1943 παίξαμε το θεατρικό του «Κωνσταντίνου και Ελένης», έργο της Κατοχής με πολλά προτερήματα, και το 1964 την «Αγγέλα» του — με μεγάλη καθυστέρηση, γιατί είχαμε δυσκολίες με τη λογοκρισία και γιατί μάς απειλούσανε πώς αν το ανεβάζαμε θα μάς τα κάνανε γυαλιά-καρφιά. Το καλοκαίρι του 1944 παίξαμε σε δύο παραστάσεις τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολομού (ο όποιος είχε μπει στην ομάδα μας και έπαιζε σαν ηθοποιός) , ενώ το «Μακρινό λυπητερό τραγούδι» και τα «Παιχνίδια στις αλυκές» του Δημήτρη Κεχαΐδη τα ανεβάσαμε το 1957 σ’ ένα ειδικό πρόγραμμα επίδειξης της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.
Η καινούργια ελληνική θεατρική παράδοση δημιουργήθηκε κυρίως με τον Καμπανέλλη και συνεχίστηκε με την Αναγνωστάκη, τον Αρμένη, τον Ευθυμιάδη, τον Κεχαίδη, τον Κωσταβάρα, τον Ποντίκα, τον Σεβαστάκη, τον Σκούρτη, τον Τακόπουλο κ.ά. ‘Αναφέρω ενδεικτικά συγγραφείς που έργα τους ανεβάσαμε εμείς, υπάρχουν όμως και άλλοι που ανήκουν στην ίδια πλειάδα μ’ αυτούς και πού, με πρώτο τον Καμπανέλλη, καλλιέργησαν ένα είδος «θεάτρου προβληματισμού». Μπορεί βέβαια να διακρίνει κανείς στο γράψιμό τους επιρροές από το ξένο θέατρο, ωστόσο επιρροές πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν παντού — άλλωστε αυτό είναι κάτι που όχι μόνο το αποδεχόμαστε αλλά και το αποζητάμε. Ακόμα και ο Καμπανέλλης, παρά την πρωτοτυπία του και το χαρακτηριστικό του ύφος, νομίζω ότι επηρεάστηκε αρκετά από τους ξένους ρυθμούς και τους ξένους προβληματισμούς. Όλοι μας δεχόμαστε επιρροές από τον παγκόσμιο χώρο, και αλοίμονο αν αυτό δεν συνέβαινε! Θα ήμασταν στεγνοί, ξεροί και εκτός εποχής, θα μας έλειπαν οι πηγές για ν’ αντλήσουμε διδάγματα. Θα ήταν τεράστιο λάθος αν μέναμε ανεπηρέαστοι από τα ζωντανά ρεύματα του καιρού μας. Ας μην ξεχνάμε πώς και σε παλαιότερες εποχές οι συγγραφείς ήταν όλοι επηρεασμένοι από κάποια ξένα πρότυπα• ακόμα και το κωμειδύλλιο, ακόμα και το θέατρο του Ξενόπουλου, έφερναν ζωηρά τα ίχνη των επιρροών. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι οι σύγχρονοι συγγραφείς είναι πολύ πιό γνήσιοι και πιο «Έλληνες» απ’ τους παλιότερους, μολονότι ζούμε σ’ έναν αιώνα που λόγω των επικοινωνιών επηρεάζεται από τα παγκόσμια ρεύματα πολύ περισσότερο απ’ όσο συνέβαινε στο παρελθόν.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Καμπανέλλη και όλης της σχολής που δημιουργήθηκε αργότερα είναι η γνησιότητα και η ελληνικότητα τους. Γύρω στα 1935-’40 κυριαρχούσε ένας σωβινισμός κι ένας πουριτανισμός στους κύκλους των διανοουμένων σχετικά με το τι είναι «ελληνικό» και τι δεν είναι, με το τι έχει «ελληνικότητα» και τι δεν έχει. Μιλώντας τώρα για την ελληνικότητα του Καμπανέλλη δεν την εννοώ με το ίδιο πνεύμα- την εννοώ σαν αναμόχλευση των δικών μας, των ντόπιων προβληματισμών, χωρίς όμως αποκοπή από τους ανάλογους προβληματισμούς του παγκόσμιου χώρου. Γιατί κι εμείς οι ίδιοι ανήκουμε κατά κάποιο τρόπο στα παγκόσμια ρεύματα, δεν είμαστε ξένοι, δεν είμαστε ξεκομμένοι απ’ αυτά. Ο Καμπανέλλης και οι άλλοι νέοι συγγραφείς καταφέρνουν να δημιουργήσουν στα έργα τους αυθεντικούς ελληνικούς χαρακτήρες, μορφές που μας είναι οικείες και που γι’ αυτό το λόγο εύκολα μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε. Το στοιχείο της ελληνικότητας σήμερα βρίσκεται στους ανθρώπινους τύπους που έχουμε γύρω μας. Και οι συγγραφείς αυτοί βασίζονται πολύ στον τύπο του μέσου και λαϊκού Έλληνα, γιατί αυτός είναι ο πιο ζωντανός, ο πιο «έγχρωμος». Δεν είναι ο πνευματικός κόσμος που δημιουργεί το θεατρικό ενδιαφέρον. Πάντα μου

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

Η Σύνταξη

Kατηγορίες

Ιστορικό