Ο Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ για τον Παπαδιαμάντη

Ο
image_pdfimage_print

Παπαδιαμάντης

Ήρθε στην Αθήνα και άρχισε σπουδές στην φιλολογία, τις οποίες όμως δεν συνέχισε: τον τραβούσε ή συγγραφή. Μελετάει ξένες γλώσσες, γράφει στίχους, μεταφράζει και συγγράφει πεζά. Έξω από λίγα ποιήματα, η πρώτη του συγγραφική εκδήλωση είναι το μυθιστόρημα: μυθιστορήματα ιστορικά, της εποχής’ Ή μετανάστις (1879), Οι έμποροι των εθνών (1882), Ή γυφτοπούλα (1884). Πολλές περιπέτειες, πλοκή δραματική, αλλά φτώχεια στην διαγραφή των προσώπων τα έργα αυτά δεν ξεπερνούν την μέση απόδοση του είδους, πού βρισκόταν τότε στην παρακμή του. Ό Παπαδιαμάντης τρέπεται προς το διήγημα στα 1885 ο «Χρήστος Μηλιόνης», εμπνευσμένος από ένα δημοτικό τραγούδι, φανερώνει την στροφή αυτήν και την απαρχή μιας παραγωγής, οπού τα λαογραφικά ενδιαφέροντα παίρνουν την μορφή της ηθογραφίας. Από τότε ως τον θάνατο του (1911), η σχεδόν αποκλειστική παραγωγή του είναι διηγήματα, τα οποία αριθμούνται περίπου σε διακόσια. Όλη ή ζωή του περιορίζεται ανάμεσα στην Αθήνα και στο νησί του, όπου ξαναγύριζε κάθε τόσο και περνούσε αρκετούς μήνες. Τελευταία φορά πήγε στα 1908 κι έμεινε εκεί ως τον θάνατο του. Την έμπνευση και το βίωμα του Παπαδιαμάντη τα σημαδεύει χαρακτηριστικά το θρησκευτικό στοιχείο. Είχε μέσα στο αίμα του την εκκλησιαστική παράδοση• μικρός σχεδίαζε αγίους στα τετράδια του και θέματα της λειτουργικής ζωής. Πριν αρχίσει τις σπουδές του, πέρασε μερικούς μήνες στο Αγιον Όρος και σε όλη του την ζωή αγαπούσε να ψάλλει στην εκκλησία. Τα διηγήματα του είναι γεμάτα αναμνήσεις από εκκλησιαστικές τελετές και μορφές θρησκευόμενες• ή θρησκευτικότητα του πάντως δεν ξεπερνάει την απλή ευλάβεια -απλή και κάποτε χαριτωμένα απλοϊκή—, την προσήλωση στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη τής παράδοσης. Είναι συντηρητικός• το θρησκευόμενο Βυζάντιο σε στιγμές παρακμής. Μίσος για τους Φράγκους, αποστροφή για κάθε νεοτερισμό• την στάση αυτήν ξαναβρήκαμε σε αξιόλογη μερίδα των λογίων πού έδρασαν στον ύστερο ρωμαντισμό. Βυζαντινή θα έπρεπε να θεωρήσουμε και την αγάπη του για τις παρωδίες των θρησκευτικών κειμένων, τις οποίες απομνημόνευε με ευχαρίστηση ή και αυτοσχεδίαζε ο ίδιος. Ζει έξω από τα προβλήματα και τις αγωνίες πού συνείχαν τότε την νέα ελληνική γενεά• συνηθισμένη προσωνυμία του «ο Άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων»• μα από την αγιοσύνη κρατούσε μόνο την αναχώρηση κι όχι το πάθος για τον άνθρωπο.
Νεανικά έργα είναι τα μυθιστορήματα του: συνθετικές φιλοδοξίες χωρίς την αναγκαία προπαρασκευή για να εξυπηρετηθούν. Οπωσδήποτε όμως βρίσκουμε εδώ κάτι πού γλήγορα το εγκατέλειψε, την προσπάθεια για την σύνθεση. Αργότερα, αυτά πού ονομάζουμε διηγήματα είναι σύντομες συνήθως
αφηγήσεις, οπού περιγράφεται μια στιγμή τής ζωής ενός άνθρωπου, ή δίνονται χαρακτηριστικά επεισόδια ψυχογραφίας και ηθογραφίας. Κάποτε το σύνολο απαρτίζεται από μια περιγραφή. Ό Παπαδιαμάντης αγαπάει τις λεπτόλογες περιγραφές, τις οποίες άλλοτε παρεμβάλλει σε υπερβολική αναλογία, σπάζοντας έτσι τ’ αφηγήματα του. Οι ήρωες του βγαίνουν από το νησιώτικο περιβάλλον και εκφράζουν συνήθως τον ήμερο νησιώτικο ψυχισμό. Αυτούς τους απλούς ανθρώπους συμπαθεί ο Παπαδιαμάντης, όχι μόνο ακολουθώντας το ρεύμα τής εποχής, άλλα και γιατί ταιριάζουν με την δική του διάθεση. Ωστόσο, το λαογραφικό στοιχείο αφθονεί μέσα στο έργο του και θα μπορούσε κανείς να πεί ότι δίνει τον τόνο, αν δεν παρουσιαζόταν δίπλα σε αυτό μιά ψυχογραφική θέληση και κάποια διάχυτη λυρική διάθεση, πού το διατρέχει ολόκληρο.
Το λαογραφικό στοιχείο βγαίνει από πραγματική εξοικείωση του συγγραφέα με το αντικείμενο του: έχει ζήσει την ζωή την οποία ηθογραφεί, έχει παρατηρήσει με προσοχή και με αγάπη• οι περιγραφές του, όταν κατορθώσει να σταθεί αντικειμενικός αφηγητής, αποτελούν πιστές απεικονίσεις τής ζωής και τής νοοτροπίας των ανθρώπων του νησιού του. Συχνότερα όμως παρεμβάλλεται ο αφηγητής με τα σχόλια του και δίνει στο έργο έναν τόνο ηθολογικό, πού τον κολάζει η αγαθή και θυμόσοφη διάθεση τού Παπαδιαμάντη απέναντι στους ήρωες του. Ή ψυχογραφία του είναι συνήθως υποτονισμένη, γιατί συχνά τα πρόσωπα του είναι διαλεγμένα για να μην έχουν ενάργεια: θαμπά και ουδέτερα, γιατί έτσι τα θέλει ο δημιουργός τους. Οι τύποι του άλλωστε δεν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία: τρεις-τέσσερις άνδρες, άλλες τόσες γυναίκες, και μόνο τα ονόματα αλλάζουν. Κάποτε εμφανίζονται πιο δυνατές μορφές, όπως στην Φόνισσα. Στο διήγημα αυτό ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει μιά γυναίκα, την οποία ο σαδισμός, ή διεστραμμένη μυστικοπάθεια οδηγούν σε μιά σειρά από βρεφοκτονίες. Όσο για τον λυρισμό, η ιδιάζουσα ατμόσφαιρα την οποία δημιουργεί ο Παπαδιαμάντης στα διηγήματα του είναι καμωμένη από νοσταλγία, ρέμβη, αναπόληση και θρησκευτικότητα- η τεχνική είναι απλή, μονότροπη, και στην μακρά επανάληψη της γίνεται μονότονη: ο συγγραφέας παρεμβάλλει άμεσα το άτομο του μέσα στην αφήγηση για να εκφράσει τον συναισθηματικό του κόσμο. Όλα αυτά όμως προσφέρονται μέσα σε μιαν αρμονική αναπαράσταση τής ατμόσφαιρας τής ελληνικής λαϊκής ζωής και ιδιαίτερα τής ζωής τού ελληνικού νησιού.
Άμα διαβάσει κανείς ένα διήγημα τού Παπαδιαμάντη, θέλγεται και από το υλικό και από το παρουσίασμα- άμα διαβάσει δύο, ή εντύπωση ελαττώνεται- άμα διαβάσει κανείς πολλά, η αγαθή εντύπωση σβήνει, όχι μόνο εξαιτίας τής μονότροπης τεχνικής, άλλα γιατί ξαναβρίσκει συχνά τα ίδια θέματα και τα ίδια μοτίβα: ούτε εξέλιξη, ούτε κάν ανανέωση. Ένας κόσμος κλειστός, ευχάριστος στην πρώτη επαφή και αποπνικτικός στην διάρκεια του. Έξαλλου, ολόκληρο το πεζογραφικό έργο του Παπαδιαμάντη, αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες του μυθιστορηματικές δοκιμές, το σημαδεύει απόλυτη αναμελιά, αντίθετη με κάθε νόημα τέχνης. Ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία• καμιά επίτευξη στην κατεύθυνση αυτή. Ή παρεμβολή του αφηγητή γίνεται βαριά και αδέξια: ψυχρά λογοπαίγνια, αναφορές σε περιστατικά που πρόκειται να επακολουθήσουν, πρωθύστερα, παρενθέσεις, αποσιωπητικά, επιφωνήματα, όλες οι ουλές όσες αφήνει στον λόγο η προχειρογραφία, ξαναβρίσκονται αδιάκοπα στο έργο του. Ανάλογα ελαττώματα παρουσιάζει η έκφραση του, βιαστική, χωρίς στάθμιση των όγκων, χωρίς ξελαγάρισμα. Κάποτε η πρώτη ανάγνωση δεν αρκεί για ν’ αποδώσουμε σε κάθε ρήμα τα παρεπόμενα του: ένας ήρωας, ο Άλύπας, «ως ηγούμενος διέπρεψε, κ’ έφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν». Άλλοτε έχουμε αναπόδοτα. Τα επιρρήματα παρουσιάζονται συχνά στην τύχη• τα επίθετα είναι φτωχά και συμβατικά ή τόσο σπάνια κι εξεζητημένα, πού μένουν χωρίς απήχηση στο μυαλό του αναγνώστη.
Οι γνώμες αυτές για το έργο του Παπαδιαμάντη μπορεί σε μεγάλο ποσοστό να εκφράζουν τις αντιλήψεις πού κρατούν σήμερα γι’ αυτόν. Προδρόμους στον κριτικό έλεγχο του έργου του έχει κανείς να μνημονεύσει τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, με την λαμπρή κριτική πού εδημοσίευσε τον χρόνο του θανάτου του Παπαδιαμάντη, και τον Κώστα Χατζόπουλο στα 1914. Όμως, ενόσω ακόμη ζούσε, εδημιουργήθηκε γύρω του ένας θρύλος, του οποίου θα έπρεπε να εξηγηθεί κάπως η προέλευση: καθαρεύουσα, κακοτεχνία, λαογραφία. Ο,τι χρειάζεται για να συμφιλιωθεί με την άδοξη κοινωνία μέσα στην οποία ζούσε, ό,τι χρειάζεται για να αναχθεί σε σύμβολο από τους λογίους πού πολεμούσαν την δημοτική και ταυτόχρονα τιμούσαν την έρευνα των νεοελληνικών ηθών. Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους πού δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή• η γενιά, πού τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο είταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη: το νόημα της τέχνης υπάρχει μόνο στην άλλη παράταξη, πού μοχθεί για να δημιουργήσει, πού παλεύει ανεβαίνοντας αργά ανάμεσα στην αδιαφορία του κοινού και στην αποδοκιμασία των λογίων όσοι νομίζουν πώς κρατούν την παράδοση. Η φτώχεια χαρακτηρίζεται λιτότητα, η εκζήτηση ονομάζεται τέχνη, το λογοπαίγνιο θεωρείται πνεύμα.
Όμως κι αργότερα άλλες γενιές και άλλοι λόγιοι, πού αντιμετώπισαν με συνείδηση και υπεύθυνα τα λογοτεχνικά μας πράγματα, ετίμησαν βαθύτατα τον Παπαδιαμάντη. Η έλληνολατρική γραμμή πού ξεκινάει από τον Περικλή Γιαννόπουλο, δεν μπορούσε παρά να αγαπήσει τον ευαίσθητο ζωγράφο της ατμόσφαιρας του ελληνικού νησιού, τον υμνητή της ελληνικής παράδοσης, τον περιφρονητή των ξενόφερτων καινούριων συρμών. Με τον ίδιο τρόπο αγάπησε τον Παπαδιαμάντη και ο Φώτος Πολίτης, βρίσκοντας στην αγνή ψυχή του απλού αφηγητή μιαν ανακούφιση από των μεταγενεστέρων τις περίτεχνες κι ορθολογισμένες προσπάθειες και τους πειραματισμούς: «ήργάσθη με αίσθημα ελληνικόν και με εθνικήν πεποίθησιν. Ελλην γνήσιος και συγγραφεύς ισχυρός εχάρισε σελίδας εξόχου αγνότητος και ηθικής ρώμης, ενώ ό ίδιος ετήκετο από την νοσταλγίαν απόκοσμου νησιού, λουσμένου σε γαλάζιο φώς, όπου οι κάμποι ομιλούν και oι σπηλιές μοιρολογούνε, οπού τα λουλούδια, τα δένδρα, τα πουλιά σκορπούν την ευφροσύνην και όπου οι άνθρωποι είναι τού Θεού τα γνήσια τέκνα».
Έτσι ό θαυμασμός προς τον Παπαδιαμάντη ερίζωσε μέσα στα γράμματα μας βαθιά• και χρειάσθηκαν να περάσουν τριάντα χρόνια από τον θάνατο του για ν’ ακουσθούν, όχι μονωμένες πια, αλλά πολλές γνώμες νεότερων, πού, περισσότερο ή λιγότερο γενναία, περισσότερο ή λιγότερο φανερά, έτειναν να αποκαταστήσουν ορθότερη την ιεραρχία μέσα στην νέα μας πεζογραφία. Ωστόσο, χωρίς οι μεταγενέστερες έρευνες τις οποίες επροκάλεσε το έργο του να συγκομίσουν τίποτα καινούριο, ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος εξακολουθεί να έχει μεγάλο κύκλο θαυμαστών.

Στο: «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας : από τίς πρώτες ρίζες ως την εποχή μας», Αθήνα : Ικαρος, 1975

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

Η Σύνταξη

Kατηγορίες

Ιστορικό