Τουρκικές εκλογές: Νίκη-παγίωση του πολιτικού Ισλάμ στη μακρά διαπάλη εξουσίας

Τ
image_pdfimage_print

Οι Βουλευτικές εκλογές στη Τουρκία στις 12 Ιουνίου, έγιναν για πρώτη φορά, μετά το 1982, στο τέλος μιάς κανονικής κυβερνητικής θητείας,  όχι δηλ. πρόωρα όπως συνηθίζονταν μέχρι τώρα.  Μέσα όμως σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο κλίμα. Δύο απόπειρες κατά της ζωής του Ερντογάν, μαζικές συλλήψεις και φυλακίσεις δημοσιογράφων, δημοσιοποιήσεις ροζ βίντεο στελεχών της αντιπολίτευσης, έξαρση της βίας στις κουρδικές περιοχές και αναμόχλευση της υπόθεσης “Βαριοπούλα” με νέες συλλήψεις ανώτατων αξιωματικών του στρατού, συνέθεσαν το προεκλογικό σκηνικό.

Η εκλογική νίκη του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ήταν προεξοφλημένη , όπως και το υψηλό ποσοστό ψήφων που θα έπαιρνε.  Το τελικό ποσοστό, (50%) δικαιώνει τις προβλέψεις σε ότι αφορά τις ψήφους. Αφήνει όμως  πολλά ερωτηματικά για το συσχετισμό των εδρών στο κοινοβούλιο.

Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), η κύρια πολιτική έκφραση του κεμαλισμού, μετά και από την αλλαγή στην ηγεσία του, έλαβε ένα ποσοστό της τάξης του 26%. Παρουσίασε μια άνοδο κατά 5% και παραμένει μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη,  ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν την γεωγραφική διασπορά των ψήφων του (Δυτικά παράλια, Θράκη). Στην ουσία ο εκλογικός χάρτης της Τουρκίας επιβεβαίωσε, για άλλη μια φορά, την πολιτισμική πόλωση ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική Τουρκία που αποτελεί μια παράμετρο που πρέπει να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν κάθε φορά στην αποτίμηση των πολιτικών δεδομένων της Τουρκίας.
Το ακροδεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) με ποσοστό 13%, εμφάνισε πτώση της τάξης του 1,3%. Κατάφερε όμως να περάσει το υψηλότατο εκλογικό όριο του 10%. Η είσοδος του στην Εθνοσυνέλευση, επηρέασε αποφασιστικά τον αριθμό εδρών του ΑΚΡ. Γι αυτό πολεμήθηκε σκληρά, προεκλογικά, από το κυβερνών κόμμα, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Όμως δημιούργησε και όρους υποστήριξης του, από τους κεμαλιστές.
Το κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (ΒDP), η τελευταία μετενσάρκωση του κουρδικού πολιτικού κινήματος, κατάφερε να εκλέξει 36 βουλευτές, ακολουθώντας την ταχτική της υποστήριξης ανεξαρτήτων υποψηφίων, με στόχο την παράκαμψη του εκλογικού ορίου του 10%, που απαιτείται για την είσοδο κόμματος στη Βουλή. Στις βουλευτικές εκλογές του 2007, η υποστήριξη των Κούρδων ψηφοφόρων προς τον Ερντογάν, ήταν εντυπωσιακή. Ωστόσο η υπαναχώρηση του ΑΚΡ από τις εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις στο Κουρδικό ζήτημα, ευνόησε τους υποψηφίους του BDP.
Στα μετεκλογικά ζητούμενα, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων-ρήξεων με το κεμαλικό κατεστημένο, εστιάζεται στη νέα συνταγματική αναθεώρηση. Από την τελική κατανομή των εδρών, το κυβερνών κόμμα κατέλαβε 326 έδρες (σε σύνολο 550). Διασφάλισε έτσι την αυτοδυναμία (276 έδρες), αλλά υπολείπεται 4 μόλις έδρες, από το όριο των 330 εδρών που απαιτούνται (τα 3/5 των εδρών) για να θέσει σε δημοψήφισμα την αναθεώρηση του συντάγματος. Και απέχει σημαντικά από τις 367 έδρες (τα 2/3 των εδρών) που απαιτούνται για  απευθείας συνταγματική αλλαγή από την εθνοσυνέλευση. Η απόσταση των τεσσάρων εδρών που χωρίζει το ΑΚΡ από το όριο των 330 εδρών, που απαιτούνται για το δημοψήφισμα, δεν είναι απροσπέλαστη. Ακόμη όμως κι αν το ΑΚΡ αποσπάσει τις ψήφους που απαιτούνται για το δημοψήφισμα, τι μπορεί να προσδοκά απ’ αυτό;
Η Τουρκία δεν είναι μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου. Επόμενα το είδος και η έκταση μιας συνταγματικής αναθεώρησης, δεν είναι ένα απλό ζήτημα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο καθεστωτικός ρόλος του στρατού (αν και αποδυναμωμένος) δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με συνταγματικού τύπου διαδικασίες. Μπορεί να του αφαιρεθούν κάποιες εξουσίες (αυτό συνέβη και στο προηγούμενο δημοψήφισμα), αλλά συνολική αλλαγή πολιτεύματος, στις σημερινές συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να γίνει. Σε κάθε περίπτωση, σχέσεις συνύπαρξης και διαπάλης θα καθορίζουν τις σχέσεις του ΑΚΡ με το “βαθύ κράτος”.

Η σχεδόν δεκαετής διακυβέρνηση του κυβερνώντος κόμματος, ταυτίζεται με την εντυπωσιακή οικονομική ανάκαμψη της Τουρκίας (αν και εμφανίζονται τα πρώτα  προβλήματα ενός οικονομικού κύκλου), και εν πολλοίς ερμηνεύει, τις συνεχείς νίκες του ΑΚΡ. Η ανάδειξη της στη 15η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο (βάσει ΑΕΠ), καθώς και η  συμμετοχή της στους G20, αρκούν για να καταγράψουν τη νέα ισχυρότερη θέση της χώρας. Η Τουρκία παραμένει υπολογίσιμος παράγοντας στους παγκόσμιους συσχετισμούς, στο νέο διεθνοποιημένο πλέγμα εξουσίας που διαμορφώνεται. Διαθέτει ( όσο λίγες χώρες) έναν ισχυρό συνδυασμό οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Αποτελεί  καθ’ όλα μια περιφερειακή δύναμη σε εξέλιξη.

Και ενώ οι νέες ελίτ της χώρας  σε συνθήκες ευφορίας, θέτουν μεγαλεπήβολους στόχους,  με ορόσημο το 2023 (100 χρόνια από την ίδρυση του τουρκικού κράτους), η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση υποβόσκει. Μια πιθανή αναζωπύρωση της (υπάρχουν αρκετές ενδείξεις), θα επανακαθορίσει πολλά, για όλους.

Θανάσης Τρυψάνης
22-06-2011

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Τρυψάνης Θανάσης

Σχόλια

Kατηγορίες

Ιστορικό