Επιστροφή στην «πολιτική κανονικότητα»

Ε
image_pdfimage_print

Άλλη μια από τις πρόσφατες «κατακτήσεις» του Ελληνικού λαού, η ομοψυχία, αποδομείται μέρα τη μέρα. Ήταν μια αυταπάτη κι αυτή, εφήμερη και παροδική και πάει.

Όλα δείχνουν ότι γυρίζουμε σελίδα.

Με την αποκλιμάκωση των περιοριστικών μέτρων, ταυτόχρονα γίνεται και η επιστροφή στην « πολιτική κανονικότητα» δηλ. στο τι ίσχυε πριν από την πανδημία. Όλο δηλ. το γνωστό νοσηρό κλίμα. Επανέρχονται όλες οι γνωστές καταστάσεις, που τόσο λίγο μας έλειψαν για σαράντα πέντε ημέρες. Οι τεχνητές αντιπαλότητες, οι «ιδεολογικοί» διαχωρισμοί, οι ατέλειωτες διεκδικήσεις και προπαντός οι λαϊκισμοί (όλων των μορφών και ειδών ).

Είναι φανερό ότι έχει γυρίσει όλο το πολιτικό κλίμα. Τα προβλήματα της δημόσιας υγείας έχουν γίνει δεύτερα και παραμερίζονται ενώ σε πρώτο πλάνο περνούν τα οικονομικά.
Η αλλαγή αυτή στην προτεραιότητα των προβλημάτων εκφράζεται και με την επιμονή κάποιων δυνάμεων να γιορτάσουν την πρωτομαγιά, και τις πιέσεις της ιεραρχίας για το άνοιγμα των εκκλησιών, των επιχειρηματιών για το άνοιγμα της αγοράς, αλλά και τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης για αυστηρό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ξαφνικά παρατηρείται μια βιασύνη και ένας συνωστισμός στο ποιος θα προλάβει να θέσει πιο γρήγορα μιαν αντιπολιτευτική ατζέντα ή μια ατζέντα διεκδικήσεων. Επιστροφή λοιπόν από κάθε άποψη στην γνωστή πολιτική και κοινωνική κανονικότητα.

Στον εορτασμό της πρωτομαγιάς απεδείχθηκε για άλλη μια φορά ότι πολλές αριστερές παραδόσεις είναι βαθιά ριζωμένες στην πολιτική μας ζωή. Έχουν πάρει την μορφή άγραφων και απαράβατων ηθικών κανόνων. Οι συγκεντρώσεις ήταν όλες παράνομες ωστόσο έγιναν από το κράτος σιωπηλά ανεκτές. Ενώ από την κοινωνία μια οποιαδήποτε επιβολή του νόμου δεν θα είχε την απαιτούμενη συναίνεση. Γνωρίζοντας λοιπόν αυτή την συμβατική πραγματικότητα τα στελέχη του ΚΚΕ οργάνωσαν την συγκέντρωση στο Σύνταγμα καλύπτοντας και τις πάγιες ανάγκες του κόμματος για επαναστατική προβολή και εξάσκηση. Κι αυτό δεν συνιστά παρά ένα συμβάν στα πλαίσια της επιστροφής στην κανονικότητα. Δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο.

Δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο και όλα όσα συνέβησαν κατά την διάρκεια της συζήτησης του νέου νόμου για το περιβάλλον. Σύσσωμη η αντιπολίτευση και διάφορες οικολογικές οργανώσεις, κατά τα αναμενόμενα, καταφέρθηκαν με τις πιο σκληρές εκφράσεις κατά της Κυβέρνησης. Μίλησαν για περιβαλλοντολογικό έγκλημα κι έφθασαν να υπερασπίζονται ακόμα και τον λιγνίτη. Να καταφέρονται ενάντια στις ΑΠΕ (ότι ευνοούνται από την ανάπτυξή τους ορισμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι), να υπεραμύνονται ενός ισχύοντος χρονοβόρου καθεστώτος περιβαντολλογικής αδειοδότησης (απαγορευτικού για κάθε επένδυση), και να προβάλουν μιαν στερεότυπη αντίληψη απαγόρευσης κάθε παρέμβασης σε περιοχές NATURA (που καλύπτουν το 1/3 της Ελληνικής επικράτειας). Όλα αυτά τα ανήκουστα στα πλαίσια της κανονικότητας. Κι έπεται οπωσδήποτε συνέχεια.

Κλείνοντας το σημείωμα θα θέλαμε να κάνουμε δύο επισημάνσεις:

Α). Στις λίγες ημέρες της βουλής από την μεριά της αντιπολίτευσης δόθηκε μεγάλη έμφαση στον οικονομικό ρόλο του κράτους. Στην ουσία υποστηρίχθηκε η ανάγκη αυτός να ενισχυθεί, από δώ και πέρα, σε όλους τους τομείς της οικονομίας ( στον απόηχο των όσων λέγονται για την ανταπόκριση του κράτους στην υγειονομική κρίση κλπ. κλπ.). Πιστεύουν άραγε στην επιστροφή σήμερα σε έναν νέο κρατισμό ή είναι ένας τρόπος να αντιπολιτεύονται τον Μητσοτάκη;

Β). Οι οικολόγοι στην Ελλάδα το 2020 είναι λυπηρό να σέρνονται πίσω από το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ, και το Κίνημα Αλλαγής. Να εντάσσονται στα αντιπολιτευτικά τους μέτωπα.
Σε θέματα περιβάλλοντος ειδικά η αυτονομία τους θα ‘πρεπε νάταν δεδομένη όπως και μια σύγχρονη προοδευτική ματιά (μακριά από τις αγκυλώσεις και τις ιδεοληψίες της αριστεράς). Πως αλλιώς θα μπορέσει σαν χώρος να αντιμετωπίσει τον συνεχή σφετερισμό του από διάφορες πολιτικές δυνάμεις, την πολυδιάσπασή και την πολιτική του ανυποληψία;

Μήλιος Χρήστος

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

  • Χρήστο γεια

    Πολύ καλά τα λες, αλλά ..

    Στην τελευταία παράγραφο ο όρος «Οικολόγοι» δεν αποδίδει την πραγματικότητα και αδικεί και τσουβαλιάζει ένα μεγάλο μέρος του οικολογικού χωρου.

    Οσα λες ισχύουν μεν στο ακέραιο, αλλά μόνο και κυρίως για τους «Οικολόγους Πράσινους» και μερικές άλλες οργανώσεις που συντάσσονται περιστασιακά μαζί τους ή διακρίνονται από μονοθεματική αντιμετώπιση των περιβ προβλημάτων (π.χ Ορνιθολογική εταιρεία)

    Οι «Οικολόγοι Πράσινοι» είναι ένα απολειφάδι του αρχικού σχήματος και παίζει ένα θλιβερό ρόλο ως «πράσινο» δεκανίκι του ΣΥΡΙΖΑ . Τα περισσότερα σοβαρά στελέχη έχουν φύγει εδώ και χρόνια και κυρίως κατά την περίοδο που αποφασίστηκε με ισχνή πλειοψηφία η πολιτική συμπόρευση με το ΣΥΡΙΖΑ. Οι αποχωρήσαντες προσπαθούν να στήσουν έναν νέο πόλο στο χωρο της Πολιτικής Οικολογίας. Οσοι έχουν μείνει στους Οικο-Πράσινους το έκαναν είτε γιατί πήραν κάποιες καρέκλες επι κυβέρνησης Τσίπρα είτε από πολιτική αφέλεια. Λαϊκίζουν και αριστερίζουν στα περισσότερα θέματα και σιγοντάρουν κάθε τοπική αντίδραση εναντίον των ΑΠΕ, αδιαφορώντας αν μια τέτοια πολιτική αντικειμενικά σιγοντάρει το λιγνιτικό λόμπι (εδώ καλά το έγραψες). Επίσης προσπαθούν να διατηρήσουν τα κονέ με τους Ευρωπαίους Πράσινους κάνοντας δημόσιες σχέσεις, ενώ στην πράξη η πολιτική τους απέχει παρασάγγες από τη σοβαρή πολιτική (και ανάλογη ανάπτυξη) του ευρωπαϊκού πράσινου κινήματος.

    Εγώ δεν συμμετέχω στη διαμόρφωση του νέου σχήματος της πολιτικής οικολογίας (παρότι συμφωνώ με την αναγκαιότητά του) γιατί κουράστηκα. Ίσως καταφέρω κάποιον φίλο από τους πρωτεργάτες να γράψει ένα σχετικό άρθρο και να σας το στείλει.

    Χαιρετισμούς στην Αννα

    Λάζαρος

    • Φίλε Λάζαρε

      Σε ευχαριστώ για τις διευκρινήσεις.
      Επίσης για το ότι μπήκες στον κόπο να σχολιάσεις μια μικρή αναφορά μου στους οικολόγους.
      Εγώ όντας «από έξω» μόνο γενικές αναφορές μπορώ να κάνω.
      Καταλαβαίνω ότι ο χώρος των οικολόγων είναι πολύμορφος, με πολλές ιδιαιτερότητες και πολλές επί μέρους τάσεις.
      Η πολιτική του ενοποίηση, (όχι η τυπική του συνένωση), αν και ζητούμενη, είναι πολύ δύσκολη, σχεδόν ανέφικτη, προς το παρόν, αν λάβουμε υπόψη τα προαπαιτούμενά της.

      Σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα οι οικολόγοι στην Ελλάδα θα έπρεπε, εδώ και καιρό, να είναι ένα από τα κόμματα με σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία. Αντ’ αυτού παραμένουν πεισματικά πολιτικά ανύπαρκτοι, πολυδιασπασμένοι, με στελέχη τους συχνά να μετέχουν αβασάνιστα σε κυβερνητικά σχήματα, για καθαρά παραγοντικούς λόγους, και ο χώρος στο σύνολό του να παρουσιάζει μια ανυπόληπτη εικόνα προς τα έξω.
      Η εικόνα αυτή σαφώς και αδικεί την δουλειά που γίνεται, σε τοπική και κλαδική κλίμακα, από δεκάδες οικολογικές οργανώσεις, και που είναι καθόλα αξιέπαινη, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας οδηγεί σε μια απλοποιημένη θεώρηση για κάποια δήθεν διάσταση «ηγεσίας – βάσης» που ευθύνεται για την κακοδαιμονία του χώρου. Το θέμα είναι βαθύτερο.

      Το πρόβλημα της πολιτικής ταυτότητας των οικολόγων στην Ελλάδα είναι ο μεγάλος γρίφος. Οι οικολόγοι στην Ευρώπη καλύπτουν υπαρκτά κενά της αριστεράς κύρια (που ιστορικά εξαλείφθηκε του δημόσιου βίου σε Ανατολική και Δυτική Ευρώπη), αλλά δευτερευόντως και της δεξιάς και ..της ακροδεξιάς. Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα αριστερά, σαν ΣΥΡΙΖΑ, σαν ΚΚΕ, σαν Εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, με τις πολύμορφες κοινωνικές της οργανώσεις, αλλά και σαν ένα Κέντρο κυριαρχημένο ιδεολογικά από την αριστερά. Μέσα σε όλον αυτό το πλαίσιο, όλων αυτών των δυνάμεων, με τις συμβατικότητες και τις ιδεοληψίες του, τον απαρχαιωμένο προοδευτισμό του, εντάσσονται και οι οικολόγοι, σαν κάτι πρόσθετο, κάτι οικείο και συμπληρωματικό (σαν όψιμοι και «φτωχοί» συγγενείς). Κάτω από αυτή την ομπρέλα καμιά αυτόνομη καταγραφή δεν είναι δυνατή.

      Οι Έλληνες οικολόγοι έχουν πολύ πιο δύσκολο έργο από τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους προκειμένου να καταγραφούν πολιτικά. Πρώτα από όλα δεν διευκολύνονται από την κατάρρευση καμιάς αριστεράς. Αντίθετα πρέπει να προσπαθήσουν να χειραφετηθούν μόνοι τους από αυτήν, και να διεκδικήσουν δικό τους πολιτικό χώρο, αυτόνομα. Πρέπει να αφήσουν πίσω τους τον παλιό αριστερό προοδευτισμό, την αγιοποίηση του Κράτους και των παρεμβάσεών του, και την δαιμονοποίηση κάθε ιδιωτικού. Την φθηνή αντιπολιτευτική ρητορική, σε κάθε περιβαντολογική παρέμβαση, το στείρο αντιστασιακό πνεύμα , τις εξιδανικεύσεις και τους ουτοπισμούς. Να πάρουν γενικά τις αποστάσεις τους από την αριστερή κουλτούρα.

      Το πέρασμα στην πολιτική οικολογία σημαίνει το πέρασμα σε μια πολιτική (κι άρα δυνατή) αντιμετώπιση των οικολογικών προβλημάτων. Την δημιουργική συνεισφορά στην επίλυση των προβλημάτων, κι όχι μόνο στην καταγγελία τους και την διαμαρτυρία. Η δυναμική της οικολογίας πατάει σε γερές βάσεις, σε καθημερινά ορατά προβλήματα που θα επιδεινώνονται συνεχώς και μπορεί να συμβάλει στην συνειδητοποίηση τους αλλά και στην δυνατή αντιμετώπισή τους. Κάθε φορά υπάρχει μια ορισμένη δυνατότητα επίλυσης των προβλημάτων. Και η εξάντληση αυτής της δυνατότητας συνιστά μια πολιτική πρόκληση. Δεν υπάρχουν λύσεις που να εξαλείφουν τα προβλήματα δια παντός (στο χώρο της οικολογίας κυκλοφορούν ευρέως και τέτοιοι μαξιμαλισμοί).

      Η σύγχρονη πολιτική οικολογία για να υπάρξει θα πρέπει να συμπορευθεί με έναν νέο προοδευτισμό. Φιλελεύθερο και δημοκρατικό. Ο προοδευτισμός της αριστεράς στα ζητήματα της οικολογίας είναι προσχηματικός. Κανένα αριστερό καθεστώς δεν επέδειξε ιστορικά κάποια ιδιαίτερη οικολογική ευαισθησία. (Η Β. Κορέα, προς την οποία είναι φίλα προσκείμενο το ΚΚΕ, ασκείται συνεχώς πάνω σε μια γενικευμένη πυρηνική απειλή).
      Κλείνοντας, θα ήθελα να πω πως απεχθάνομαι τις λογικές των υπαγορεύσεων. Οι χώροι αντιμετωπίζουν ή όχι εκ των ενόντων τα προβλήματά-τους. Το ίδιο θα συμβεί και με τους οικολόγους. Δεν είμαι εγώ που θα τους υποδείξω τι θα κάνουν. Εγώ το πολύ-πολύ μπορώ να πω την γνώμη μου, τίποτε άλλο. Κι αυτό κάνω, αξιοποιώντας μια φιλική σχέση μαζί σου Λάζαρε και ίσως αξιοποιώντας την στο έπακρο.

      Χαιρετίσματα στη Φανή

      Χρήστος

      • Χρήστο, δεν απέχουμε και πολύ στις απόψεις μας. Η πολιτική χειραφέτηση των Πράσινων από την Αριστερά ήταν πάντα πρόταγμα για το Ευρωπαϊκό Πράσινο Κίνημα . Το σύνθημα “ούτε δεξιά ούτε αριστερά, αλλά ΜΠΡΟΣΤΑ” τα λέει όλα.
        Και στην Ελλάδα κυριαρχούσε αυτή η άποψη στη δεκαετία 2000-2010, αλλά τελικά το αποτέλεσμα ήταν ο χώρος της Πολιτικής Οικολογίας να πάει ΠΙΣΩ, αφού ένα μεγάλο μέρος του αφομοιώθηκε (πολιτικά τουλάχιστον) από την Αριστερά. Αντίθετα στην Ευρώπη οι Πράσινοι τα κατάφεραν. Άφησαν πίσω την Αριστερά, σκαρφάλωσαν στην 3η θέση στο Ευρωκοινοβούλιο, συγκυβέρνησαν είτε σε κεντρικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο, έστησαν πλατιές πολιτικές συμμαχίες και ΠΑΡΗΓΑΓΑΝ πολιτική με ΧΕΙΡΟΠΙΑΣΤΑ αποτελέσματα. Το ότι σήμερα η κλιματική αλλαγή είναι πλανητική προτεραιότητα και επηρεάζει την παγκόσμια πολιτική σκηνή και τις εθνικές πολιτικές σκακιέρες είναι επιτυχία εν πολλοίς των Πρασίνων.
        Ένα δεύτερο θέμα είναι ότι συχνά οι περιβαλλοντικές οργανώσεις μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι με την Πολιτική Οικολογία. Ναι μεν οι πρώτες δικατέχονται συχνά από μονοδιάστατες οπτικές και τοπικισμούς, αλλά δεν σημαίνει ότι αυτά τα χαρακτηριστικά υιοθετούνται αυτόματα από την Πολιτική Οικολογία, (παρότι την επηρεάζουν). Είναι σαν να φορτώνουμε τον συντεχνιασμό ενός συνδικάτου στο κόμμα που υποστηρίζει τον κόσμο της εργασίας. Στην Ελλάδα βέβαια (εδώ θα συμφωνήσουμε, Χρήστο) η Πολιτική Οικολογία συχνά σέρνεται από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις (π.χ άκριτη απόρριψη έργων ΑΠΕ) με αποτέλεσμα να βλέπει το δέντρο και να χάνει το δάσος.
        Τελικά, η εγχώρια Πολιτική Οικολογία περνά μια μακρά περίοδο “διασωλήνωσης” και πρέπει να συνέλθει γρήγορα, αν δεν θέλει να μείνει για πολλά χρόνια στην .. καραντίνα.
        Τα υπόλοιπα θα τα πούμε από το τηλέφωνο.
        Και πάλι χαιρετισμούς.
        Λ. Τσικριτζής

Kατηγορίες

Ιστορικό