Στον αστερισμό της ανάπτυξης

Σ

Είναι εντυπωσιακό μερικές φορές πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα. Ξαφνικά στην Ελλάδα μετεκλογικά έχουμε μπεί σε ένα άλλο κλίμα. Το επίπεδο της συνείδησης και των απαιτήσεων της Ελληνικής κοινωνίας είναι ποιοτικά διαφορετικό από χθές.
Μπορεί χθές να έδειχνε συμβιβασμένη παθητικά με ένα καθεστώς υπερφορολόγησης και επιδομάτων. Σήμερα όμως ζητά μονοσήμαντα ανάπτυξη και γρήγορη αναπλήρωση των απωλειών. Υπάρχει μια αναπτυξιακή προσμονή και απαίτηση που μπορεί σύντομα να μετατραπεί σε ένα φετιχισμό της ανάπτυξης τέτοιον που η λέξη ανάπτυξη να γίνει η μαγική λέξη που όλα θα εξαρτώνται από αυτήν.
Όλο αυτό βέβαια συνιστά και μια ορισμένη συναίνεση για αλλαγές. Παράλληλα σημαίνει παραίτηση από παλιότερες έμμονες αντιστάσεις (άσυλο, ιδιωτικοποιήσεις, ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, επενδύσεις κλπ.). Το όλο κλίμα στο σύνολό του φαίνεται να διαμορφώνεται θετικά για την κυβέρνηση και τις πολιτικές της. Ωστόσο το πρόβλημα της ανάπτυξης δεν είναι καθόλου απλό. Ίσα –ίσα αρκετά περίπλοκο και μπερδεμένο.

Μιλώντας για ανάπτυξη μιλάμε για αύξηση του ΑΕΠ, για την δημιουργία νέου πλούτου κι όχι για την διανομή του υπάρχοντος (που αποτελεί την μόνιμη έγνοια της αριστεράς από υπάρξεώς της).
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει υποσχεθεί ανάπτυξη 2-4%. Με τον τρόπο αυτό (και με δική της ευθύνη) έχει βάλει έναν στόχο με βάση το οποίο θα αξιολογηθεί τελικά το κυβερνητικό της έργο, αν θα είναι δηλ. πετυχημένο ή όχι. Πέραν αυτού όμως, και επί της ουσίας, έχει η κυβέρνηση της ΝΔ αυτή την δυνατότητα; Μπορεί να πετύχει την ανάπτυξη που υπόσχεται; Είναι στο χέρι της αποκλειστικά ή υπεισέρχονται κι άλλοι παράγοντες πολύ πιο σημαντικοί που θα επικαθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα;

Μια από τις πιο διαδεδομένες απόψεις είναι ότι η πολιτική καθορίζει απόλυτα την οικονομία. Ότι όλα στην οικονομία είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Ότι για την οικονομία αποφασίζει η πολιτική. Τίποτα πιο αβάσιμο και αναληθές.
Η οικονομία υπήρξε πολύ πιο πριν από την οικονομική θεωρία και πολιτική. Πριν από οποιαδήποτε οικονομική θεωρία και πολιτική η οικονομική ζωή είχε αποκτήσει ορισμένη οργάνωση, αρκετά μάλιστα περίπλοκη.
Η οικονομική πραγματικότητα πάντα προπορεύονταν ιστορικά της οικονομικής γνώσης και πολιτικής. Η κατανόηση και η ερμηνεία των οικονομικών φαινομένων είναι μια σχετικά πρόσφατη υπόθεση. Η ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας (απαραίτητης για την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής πολιτικής) ξεκινά μόλις τον 18ο αιώνα με τους φυσιοκράτες.
Από την εποχή των φυσιοκρατών μέχρι σήμερα έχει γίνει μια τεράστια εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας. Ποτέ όμως αυτή δεν έφθασε να προπορεύεται της πραγματικής οικονομίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη οικονομία δεν επηρεάζεται από την οικονομική θεωρία και πολιτική.
Επηρεάζεται αλλά όχι τόσο πολύ όσο πιστεύεται.
Πρώτα από όλα στο γενικό επίπεδο το συστημικό. Καμία συστημική εξέλιξη στην οικονομία δεν προαναγγέλθηκε και πολύ περισσότερο δεν οργανώθηκε από την πολιτική. Το πέρασμα από την φεουδαρχία στον πρώιμο καπιταλισμό, στην βιομηχανική επανάσταση ,στον Τεϋλορισμό και τον Φορντισμό, στον Κρατικό καπιταλισμό, την παγκοσμιοποίηση, τον φιλελευθερισμό και την ρομποτική όλη αυτή η μακρά πορεία συστημικής εξέλιξης δεν συντελέσθηκε μέσα από πολιτικές συλλήψεις και πρωτοβουλίες.
Αλλά και η πορεία του οικονομικού κύκλου κάθε φορά (ανάπτυξη, κρίση, ύφεση, αναζωπύρωση) παραμένει συνολικά απροσδιόριστη. Ακολουθεί τους νόμους της οικονομίας και δεν επικαθορίζεται από την πολιτική. Η πολιτική αδυνατεί να προσδιορίσει τις φάσεις του κύκλου, την χρονική τους διάρκεια και την έκταση των οικονομικών φαινομένων. Και βέβαια δεν μπορεί να προβλέψει τις κρίσεις (και τις υφέσεις) και να τις αποτρέψει. Απλά όταν προκύπτουν μπορεί να παίρνει μέτρα (αντικυκλικά) προκειμένου να αμβλύνει τις αρνητικές τους συνέπειες. Το ίδιο ισχύει και με την φάση της ανάπτυξης. Δεν την αποφασίζει η πολιτική . Είναι φάση του κύκλου την οποία η οικονομική πολιτική οφείλει να αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο (ενισχύοντας τις αναπτυξιακές τάσεις για όσο διάστημα αυτή διαρκεί).

Σήμερα στην Ελλάδα μπορούμε να πούμε ότι είμαστε σε φάση ανάπτυξης (με όρους οικονομικού κύκλου) που λόγω όμως της ασκούμενης πολιτικής κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα (γύρω στο 1,5%), είναι βασικά καθηλωμένη με αποτέλεσμα να μην γίνεται καθόλου σχεδόν αντιληπτή. Ταυτόχρονα όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρώπη μπαίνει σε περίοδο ύφεσης γεγονός που οπωσδήποτε θα επηρεάσει αργά ή γρήγορα την Ελληνική οικονομία παρ’ όλο που ο Ελληνικός κύκλος δεν συμπίπτει με τον οικονομικό κύκλο της Ευρώπης. Αυτό αποτελεί ένα νέο οικονομικό δεδομένο που οπωσδήποτε δεν ευνοεί στην Ελλάδα τις προσπάθειες ανάπτυξης.
Η αύξηση του ΑΕΠ (που αποτυπώνει την ανάπτυξη μιας οικονομίας) εξαρτάται αθροιστικά από τέσσερες παραμέτρους.
ΑΕΠ= C+I+G+NX όπου
C= κατανάλωση νοικοκυριών
I= επένδυση νοικοκυριών και επιχειρήσεων
G= δημόσιες δαπάνες
ΝΧ= καθαρές εξαγωγές
Η αύξηση του ΑΕΠ γίνεται από την αύξηση όλων αυτών των παραμέτρων ή και μερικών ή και μιας ακόμα. Η παράμετρος από την οποία κατά κύριο λόγο αυξάνεται το ΑΕΠ είναι αυτή που προσδιορίζει και τον χαρακτήρα της ανάπτυξης. Στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο δεν είναι απλά η αύξηση του ΑΕΠ αλλά η αναπτυξιακή διάσταση αυτής της αύξησης. Η αύξηση του ΑΕΠ με αναπτυξιακό πρόσημο που σημαίνει ότι αυτή θα οφείλεται κύρια στις επενδύσεις κι όχι στην αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών όπως συνέβαινε μέχρι το 2010 ούτε στις αυξήσεις μισθών και συντάξεων όπως ανήγγειλε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ από την έκθεση της Θεσσαλονίκης. Να διευκρινίσουμε εδώ ότι το θέμα δεν είναι να μειώσουμε την κατανάλωση των νοικοκυριών αλλά να αυξήσουμε τις επενδύσεις και μέσα από αυτό να μειώσουμε το ποσοστό του C στο ΑΕΠ.

Σήμερα το 70% περίπου του ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι το C (κατανάλωση νοικοκυριών). Σε αυτήν οφείλεται κατά κύριο λόγο η όποια ανάπτυξη και δευτερευόντως στις εξαγωγές. Η διατήρηση της κατανάλωσης σε τόσο υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ έγινε παρ’ όλη την μεγάλη μείωση των εισοδημάτων και την αύξηση των φόρων (που επίσης μειώνουν την κατανάλωση). Το αντίστοιχο στην Ευρώπη των 28 είναι κάτω από 60%. Η αυξητική τάση που παρουσιάζει η κατανάλωση οφείλεται στην μείωση της ανεργίας και την αύξηση του τουρισμού.
Οι επενδύσεις είναι μόλις στο 11% του ΑΕΠ , οι χαμηλότερες στην Ευρωζώνη όπου ο μέσος όρος είναι 19-20%
Οι δημόσιες δαπάνες που προτίθεται να τις μειώσει η κυβέρνηση θα επιφέρουν αντίστοιχη μείωση του ΑΕΠ, ενώ πρέπει να αναμένεται και μείωση των εξαγωγών εξ’ αιτίας της ύφεσης στην Ευρώπη (και αντίστοιχη μείωση του ΑΕΠ).

Σύμφωνα με τα παραπάνω η αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να προκύψει από την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων.
Σε ότι αφορά το πρώτο θα γίνει από την έμμεση αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, μέσα από την μείωση κύρια της φορολογίας (κι όχι από αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις) και κατά δεύτερον από την μείωση της ανεργίας και θα είναι περιορισμένη ενώ θα προκαλέσει αύξηση των εισαγωγών με αρνητικές συνέπειες στο εμπορικό ισοζύγιο.

Τέλος οι επενδύσεις, που αποτελούν το μεγάλο ζητούμενο, θα αφορούν μια σειρά από τομείς της οικονομίας, τον τουρισμό, την οικοδομή, την ενέργεια, τις υπηρεσίες, τις ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων, τις μεταφορές, την ψηφιακή οικονομία κ.ά. Οι προωθούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος και την δικαιοσύνη, θα συμβάλουν οπωσδήποτε στην προσέλκυση επενδύσεων αλλά το στοίχημα είναι γενικότερο. Θα μπορέσει άραγε να γίνει μια αναδιάταξη των οικονομικών δραστηριοτήτων από τις μη παραγωγικές σε παραγωγικές; Να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης από καταναλωτικό σε παραγωγικό; Αν δεν γίνει κάτι τέτοιο η ανάπτυξη που θα έχουμε θα είναι πρόσκαιρη και ευκαιριακή. Το καταναλωτικό μοντέλο της μεταπολίτευσης δεν μπορεί να αναπαραχθεί. Η καταναλωτική συνταγή του Τσίπρα (αύξηση των μισθών και συντάξεων) δεν είναι ο δρόμος για την ανάπτυξη, θα οδηγήσει στην ανακύκλωση των προβλημάτων. Προέχει η ανάδειξη της διαδικασίας παραγωγής πλούτου και η παραγωγική αναδιάταξη της οικονομίας. Όλα τα άλλα είναι μία από τα παλιά, αυτά που οδήγησαν την Ελληνική οικονομία στην χρεοκοπία.

Μήλιος Χρήστος

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

Kατηγορίες

Ιστορικό