Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την τριπλή ήττα

Ο

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε στις Ευρωεκλογές, στις Δημοτικές, και στις εθνικές εκλογές. Παρ’ όλα αυτά «σφυρίζει αδιάφορα», σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Εμφανίζεται μάλιστα και ικανοποιημένος από τα εκλογικά αποτελέσματα. Ούτε λόγος για τυχόν λάθη, ανεπάρκειες και παραλήψεις. Είναι κι αυτό ένα από τα πολιτικά του γνωρίσματα που σημάδεψαν την κυβερνητική του θητεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγει να συζητά για αποτυχίες και ήττες. Ο λόγος προφανής: Προσπαθεί με κάθε τρόπο να διατηρήσει την ενότητα του κόμματος και το κύρος της ηγεσίας (ειδικά αυτό) που με το άνοιγμα διαδικασιών κριτικής μπορεί να έμπαιναν σε δοκιμασία.
Αλλά ως πότε μπορεί να το κάνει αυτό; Δηλαδή να αποσιωπά τα λάθη και τις αποτυχίες του; Θα μπορούσε ίσως για πάντα αν ήταν στο χέρι του. Αλλά δεν είναι, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που καθορίζουν την ζωή των κομμάτων. Ο εσωτερικός διάλογος και η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ θα ανοίξουν αναγκαστικά λόγω της μακράς εσωστρέφειας στην οποία θα περιέλθει ο κομματικός του χώρος. Κι ίσως εκεί, πέρα από τα ζητήματα πολιτικής τεθούν και ζητήματα ηγεσίας με διάφορους έμμεσους πλην σαφείς τρόπους (παράδειγμα με την κλασσική μορφή του έλεγχου της ηγεσίας). Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ο Τσίπρας όσο αυτοί που θα τα κινούν δεν θα είναι αποφασισμένοι να ρισκάρουν την παραμονή τους στον ΣΥΡΙΖΑ.

Μετακυβερνητικά ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σειρά από προβλήματα. Ένα από αυτά είναι η πολύ μικρή προσβασιμότητά του στην Ελληνική κοινωνία. Κάτι εντελώς αναντίστοιχο με το 32%. Η απουσία του από τους Δήμους, τις περιφέρειες, τους εργατικούς και αγροτικούς χώρους ακόμα και τα επαγγελματικά επιμελητήρια, τους πολύμορφους τοπικούς φορείς, είναι χαρακτηριστική. Οι μόνοι οικείοι χώροι για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι τα πανεπιστήμια και ο χώρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Μπορεί ένα κόμμα να διατηρήσει ένα τόσο υψηλό εκλογικό ποσοστό με τόση μικρή παρουσία σε τοπικούς και κοινωνικούς χώρους; Ο ΣΥΡΙΖΑ στην ουσία είναι ένα κόμμα πολιτικών στελεχών σε αντίθεση με το παλιό ΠΑΣΟΚ που ήταν ένα μαζικό κόμμα με παρουσία σε όλη την κοινωνία.

Οι τελευταίες εξαγγελίες του Τσίπρα για άνοιγμα του κόμματος δεν νομίζουμε ότι απαντούν στο παραπάνω πρόβλημα. Δεν πρόκειται για καμιά στροφή της δουλειάς στους κοινωνικούς χώρους. Κάτι τέτοιο θα ακούγονταν εντελώς παράφωνα σε έναν χώρο σαν τον ΣΥΡΙΖΑ που σνομπάριζε πάντα τέτοιες δραστηριότητες. Η όλη εξαγγελία θα περιοριστεί σε επικοινωνιακές διαδικασίες εγγραφής μελών, συνέδρια, εκλογή πιθανόν ηγεσίας από την βάση κλπ. γνωστά πράγματα από άλλους πολιτικούς χώρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ βασικά θα παραμείνει ένα αρχηγικό κόμμα και ένα κόμμα πολιτικών στελεχών (όπως δηλ. είναι σήμερα). Αυτό δεν αλλάζει. Η μόνη αλλαγή που αναμένεται να γίνει είναι στην σύνθεση της ηγετικής του ομάδας (με λιγότερους ή περισσότερους εσωτερικούς κραδασμούς).

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε προϊόν του «αντι-μνημονιακού» κινήματος, το οποίο σήμερα δεν υπάρχει. Επαγγέλθηκε την κατάργηση των μνημονίων για να τα εφαρμόσει με τον πιο πιστό τρόπο και γι’ αυτό να πετύχει την τυπική έξοδο από αυτά. Η μετεξέλιξή του από αντι-μνημονιακό σε μνημονιακό κόμμα σημαδεύει όλη την κυβερνητική του θητεία. Ο υπερβάλλον μνημονιακός του ζήλος και οι θεωρητικές και ιδεολογικές του αγκυλώσεις τον οδήγησαν στην πολιτική των υπερπλεονασμάτων, της υπερφορολόγησης και των επιδομάτων, χωρίς ορίζοντα ανάπτυξης. Μια σκληρή μνημονιακή πολιτική που άφησε χώρο για την διατύπωση ενός προγράμματος φοροαπαλλαγών, από την μεριά της Ν.Δ., και την ανάδειξη της προοπτικής της ανάπτυξης. Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε καθαρά μια ήττα της πολιτικής του.

Σήμερα η πολιτική ατζέντα έχει μετατοπισθεί στα ζητήματα της ανάπτυξης. Οι υπερφορολογήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και οι επιδοματικές του πολιτικές μοιάζουν μακρινό παρελθόν.

Πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια ενδογενή αδυναμία να ανταποκριθεί στα αιτούμενα της μετα-μνημονιακής περιόδου. Στα προβλήματα δηλ. της οικονομικής ανάπτυξης. Κι υπάρχει ένα ερώτημα κατά πόσο αυτό το συνειδητοποιεί.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε και δεν μπορεί να εξετάσει θεωρητικά και ιδεολογικά ζητήματα ανάπτυξης. Κατά την παραδοσιακή προσέγγιση της αριστεράς το σύστημα ούτως ή άλλως παράγει πλούτο. Γι αυτό η προσέγγιση της αριστεράς στα οικονομικά θέματα πάντα περιορίζεται στην διανομή κι όχι στην παραγωγή του πλούτου (βλέπε και τις συνεχείς αναφορές του ΚΚΕ αλλά και όλων των αριστερών κομμάτων). Στην τεράστια βιβλιογραφία της αριστεράς δεν υπάρχουν πουθενά θεωρητικές αναφορές στην ανάπτυξη. Δεν υπάρχουν θεωρίες ανάπτυξης και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν για καθαρά ιδεολογικούς λόγους. Αν μιλήσουμε για ανάπτυξη πρέπει να μιλήσουμε για την αγορά, για την επιχειρηματικότητα, για επενδύσεις, για κέρδη, για την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα μιας οικονομίας, την καινοτομία για όλα αυτά που όταν τα ακούν οι αριστεροί «βγάζουν σπυριά». Είναι ζητήματα ξένα με την ιδεολογική συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ σαν κόμμα της αριστεράς γενικότερα.
Για να παραμείνει όμως στο πολιτικό παιχνίδι θα πρέπει σε αυτό κύρια το ζήτημα να κάνει μια τεράστια μετατόπιση και να υποστεί μια ακόμα πιο σημαντική μετάλλαξη. Καλά τα ανοίγματα και οι κομματικές αλλαγές αλλά στην οικονομία τελικά θα επικεντρωθεί αργά ή γρήγορα η αντιπαράθεση κυβέρνησης –αντιπολίτευσης. Γιατί εκεί κατά κύριο λόγο θα παιχθεί το μέλλον της μετα-μνημονικής Ελλάδας.

Στο πολιτικό κενό που αντιμετωπίζει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ ανασύρει μετεμφυλιακές αντιθέσεις αριστεράς-δεξιάς που παρ’ όλη την αναχρονιστικότητά τους και τον χονδροκομμένο τρόπο επαναφοράς τους, έχουν ακόμα κάποια πέραση. Ωστόσο δεν αρκούν για να αντιπολιτευτεί την μεταρρυθμιστική πολιτική της ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον σοβαρό πρόβλημα πολιτικής και θα τον πάρει καιρό να διατυπώσει κάποιο πειστικό (αν μπορέσει τελικά) πολιτικό αφήγημα. Έως τότε θα παρακολουθεί τον καταιγισμό των αλλαγών που θα γίνονται επικαλούμενος τις σκουριασμένες αξίες της αριστεράς (αντι-φιλελευθερισμός, κρατισμός, προοδευτικότητα κλπ. κλπ.). Καλά κρασιά.

Μήλιος Χρήστος

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

Kατηγορίες

Ιστορικό