Σχολιάζοντας το κείμενο του Θουκυδίδη για τον λοιμό

Σ

Η αναφορά του Θουκυδίδη στον λοιμό, παρ όλη την μικρή της έκταση, προσφέρεται για διάφορους σχολιασμούς, όπως άλλωστε κάθε απόσπασμα από το έργο του. Πολύ συνοπτικά λοιπόν θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εξής:

1. Σε ότι αφορά την προέλευση του λοιμού (ένα ζήτημα που συζητιέται ευρέως και με τον κορονοϊό).

Ο Θουκυδίδης δεν φαίνεται να επιμένει τόσο πολύ στην προέλευση του λοιμού. Ίσως επειδή αντιλαμβάνεται την δυσκολία μιας τέτοιας συζήτησης. Αναφέρει ως πιθανό τόπο προέλευσης την Αιθιοπία (σημερινό Σουδάν) «από όπου κατέβηκε στην συνέχεια στην Αίγυπτο και την Λιβύη και επεκτάθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Περσικής Αυτοκρατορίας. Στην πόλη της Αθήνας εμφανίστηκε ξαφνικά και προσέβαλε πρώτα τους κατοίκους του Πειραιά και γι αυτό ειπώθηκε από αυτούς ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίξει δηλητήριο στις δεξαμενές, γιατί οι πηγές δε υπήρχαν ακόμα εκεί».

Εδώ βλέπουμε ότι ο Θουκυδίδης δεν υιοθετεί την εύκολη άποψη ότι τον λοιμό τον προκάλεσαν οι Πελοποννήσιοι κρατώντας αποστάσεις και διευκρινίζοντας ότι κάτι τέτοιο λέγεται από του κατοίκους του Πειραιά.

Επίσης παρακάτω δεν υιοθετεί την άποψη ότι τον λοιμό τον προκάλεσε η μαζική εισροή του πληθυσμού της υπαίθρου στην Αθήνα εξ’ αιτίας του πολέμου (κάτι που υποστηρίζονταν επίσης ευρέως). Η συγκέντρωση του πληθυσμού της υπαίθρου στην Αθήνα για τον Θουκυδίδη όντως «αύξησε την ταλαιπωρία από την νόσο». Εδώ ο Θουκυδίδης κάνει διάκριση ανάμεσα στην διάδοση της νόσου και την αιτία που την προκάλεσε. Ο λοιμός «θέρισε κυρίως τον πληθυσμό της Αθήνας και στην συνέχεια τα πιο πυκνοκατοικημένα μέρη». Η συγκέντρωση δηλ. του πληθυσμού ήταν ο βασικός λόγος της διάδοσης του λοιμού όχι όμως και η αιτία του. Τα σύγχρονα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας, σε περίοδο πανδημίας,ανάγονται σε τόσο παλιές εμπειρίες και βιώματα. Κι ας μας φαίνονται τόσο πρωτόγνωρα.

Το πιθανότερο λοιπόν για τον Θουκυδίδη είναι ότι ο λοιμός ήρθε από έξω. Ωστόσο διαισθανόμενος το αδιέξοδο της όλης συζήτησης (ελλείψει τεκμηριωμένων απαντήσεων) θέλει να κλείσει το θέμα της προέλευσης καταλήγοντας: «Καθένας μάλιστα, είτε ήταν γιατρός είτε ιδιώτης, μπορούσε να μιλάει ανάλογα με την προσωπική του κρίση για την πιθανή προέλευση της νόσου και για τα αίτια».

Σ ε ότι αφορά λοιπόν την προέλευση και τα αίτια μιας πανδημίας τα πράγματα είναι αρκετά περίπλοκα. Και ο μόνος που μπορεί και πρέπει να δίνει απαντήσεις κάθε φορά είναι η επιστήμη. Στην εξέλιξη βέβαια κάθε πανδημίας θα υπάρχουν πάντα εύκολες απαντήσεις, για κάθε εποχή, για κάθε κοινωνία. Και θα αναζητούνται πάντα υπεύθυνοι και εξιλαστήρια θύματα (αυτό λέει η ιστορία) και ειδικά θα υπάρχει πάντα γόνιμο έδαφος για θεωρίες συνωμοσίας και θεωρίες ιδεολογικής προκατάληψης . Η μακρόχρονη ιστορία των πανδημιών το αποδεικνύει αυτό περίτρανα. Στο χέρι μας είναι να τις πάρουμε σοβαρά υπ’ όψιν ή να τις αγνοήσουμε.

2. Στην συνέχεια ο Θουκυδίδης επιλέγει ένα από τα βασικά ζητήματα που θέλει να αναδείξει και που είναι η αναλυτική περιγραφή της ασθένειας.

«Εγώ που και ο ίδιος αρρώστησα και είδα με τα μάτια μου άλλους να υποφέρουν, θα αναφέρω ποια ήταν η πραγματική πορεία της νόσου, και θα περιγράψω τα συμπτώματα, που αν τα εξετάσει κανείς, θα μπορέσει με πολύ καλές γνώσεις εκ των προτέρων να κάνει την διάγνωση της, σε περίπτωση που κάποτε ενδέχεται να ενσκήψει και πάλι».

Μέσα σε αυτή την παράγραφο περιέχεται όλο το νόημα, και η σκοπιμότητα της επιλογής να εκθέσει όλα τα συμπτώματα και τις λεπτομέρειες για την εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την βασική Θουκυδίδεια αρχή της χρησιμότητας της γνώσης.

Εισάγει λοιπόν πλήθος από πληροφορίες για την ίδια την ασθένεια και την πορεία της για καθαρά διδακτικούς λόγους, εναρμονιζόμενος πλήρως με την Ιπποκράτεια θεωρία της αναγκαίας εμπειρικής έρευνας προκειμένου να συγκεντρωθούν όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες για μια ασθένεια για να γίνει δυνατή η θεραπεία της. Δεν είναι τυχαίο ότι στο σημείο αυτό οι περιγραφές του Θουκυδίδη παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με τα συγγράμματα Περί Επιδημιών Α’ κα Γ’ του Ιπποκράτη.

Το εμπειρικό αυτό σκέλος της ιατρικής επιστήμης που εγκαινιάσθηκε τον 5ο π.χ. αιώνα , και με την πρωτοποριακή συμβολή και του Θουκυδίδη, παραμένει επίκαιρο μέχρι τις μέρες μας. Πέρα από τις σύγχρονες εργαστηριακές αναλύσεις βλέπουμε και στην περίπτωση της σημερινής πανδημίας την παγκόσμια ιατρική κοινότητα να βρίσκεται σε μια ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας προκειμένου να μπορέσει μέσα από την διασταύρωση όσο γίνεται μεγαλύτερου όγκου πληροφοριών να καταγράψει τα συμπτώματα και την συμπεριφορά του κoρονοϊού.

3. Ο Θουκυδίδης στην εποχή του συνέπλεε βασικά με την Ιπποκράτεια λογική που εστίαζε το ενδιαφέρον της στην διάγνωση και την πρόγνωση μιας ασθένειας σαν προϋπόθεση για την θεραπεία της. Ωστόσο είχε και την δική του συμβολή εντελώς ανεξάρτητη και αυτόνομη και μερικές φορές διαφορετική από την κυρίαρχη σχολή.

Αναγνώριζε ότι ο λοιμός μεταδίδονταν από άνθρωπο σε άνθρωπο τη στιγμή που η αρχή της μεταδοτικότητας μιας ασθένειας ήταν εν πολλοίς άγνωστη (και στους ιπποκρατικούς).

Επίσης μιλούσε για την λεγόμενη στις μέρες μας επίκτητη ανοσία, που επίσης ήταν άγνωστη (τουλάχιστον δεν υπήρχε διατυπωμένη σε συγγράμματα). «Όποιος είχε ασθενήσει από τον λοιμό και επιζούσε, δεν νοσούσε πάλι, ή εάν νοσούσε η ασθένεια ήταν ήπια».

Ακόμα διαπίστωνε ότι ο λοιμός δεν περιορίζονταν στους ανθρώπους, ότι έσπαζε το λεγόμενο φράγμα των ειδών, δηλ. η αντίληψη ότι ορισμένες ασθένειες προσβάλλουν μόνο ένα είδος. Ο λοιμός προσέβαλε και ζώα και πτηνά κι από αυτήν την άποψη υπερέβαινε τις δυνατότητες κατανόησης και τα πλαίσια της τότε ιατρικής σκέψης. «Τα όρνια και τα τετράποδα ζώα που τρώνε ανθρώπινα πτώματα, που πολλά κείτονταν άταφα, ή δεν τα πλησίαζαν ή αν δοκίμαζαν ψοφούσαν. Και να η απόδειξη, τα όρνια αυτού του είδους εξαφανίσθηκαν εντελώς και δεν τα έβλεπε κανείς ούτε αλλού πουθενά ούτε γύρω από πτώματα».

Σε ότι αφορά τις ιατρικές δυνατότητες της εποχής του ο Θουκυδίδης είναι κατηγορηματικός. Η αντιμετώπιση του λοιμού ήταν πέρα από τις ιατρικές δυνατότητες της εποχής του (κάτι που σε μεγάλο βαθμό ισχύει και σήμερα παρ’ όλη την τεράστια ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης). Γράφει ότι οι γιατροί ήταν ανήμποροι να κάνουν οτιδήποτε, ότι ακόμα πέθαιναν και οι ίδιοι. Ότι δεν υπήρχε κανένα φάρμακο αποτελεσματικό, και ότι η ασθένεια χτυπούσε με πολύ διαφορετικό τρόπο από άνθρωπο σε άνθρωπο, κάτι που συμβαίνει και σήμερα. Το συγκεκριμένο θέμα το είχε ήδη εντοπίσει ο Ιπποκράτης στο περί Επιδημιών Α’ σύγγραμμα κάνοντας λόγο για την «κοινή φύση μιας ασθένειας και την ιδιαιτερότητα κάθε ατόμου».

Κάτι ακόμα που καταγράφει ο Θουκυδίδης είναι το πολύ-ειπωμένο στις μέρες μας σλόγκαν «η πανδημία δεν κάνει διακρίσεις». «Άλλοι πέθαιναν από έλλειψη φροντίδας και άλλοι μολονότι είχαν πολύ μεγάλη περιποίηση… κανένας οργανισμός είτε ισχυρός είτε αδύναμος, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, δεν ήταν από μόνος του ικανός να αντιπαλέψει προς την αρρώστια αυτή». Οι διακρίσεις όμως του λοιμού δεν ίσχυαν ακόμα και σε ότι αφορά τις άλλες αρρώστιες. «Η χρονιά εκείνη, κατά κοινή ομολογία, έτυχε να είναι τελείως απαλλαγμένη από άλλες αρρώστιες αλλά, αν κάποιος ήταν ήδη άρρωστος από άλλη ασθένεια, όλες κατέληγαν στον λοιμό». (η μεγάλη μείωση των άλλων ασθενειών είναι ένα από τα χαρακτηριστικά και της σημερινής περιόδου).

4. Το κυρίαρχο όμως θέμα που αναπτύσσει ο Θουκυδίδης σε σχέση με τον λοιμό είναι οι κοινωνικές, ηθικές και ψυχολογικές του προεκτάσεις (σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σήμερα που μας απασχολούν κύρια οι οικονομικές προεκτάσεις.).

Γενικά ο Θουκυδίδης θεωρεί πιο σημαντικές τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του λοιμού. Εδώ ξεπερνά την ιατρική αντιμετώπιση του ζητήματος και έρχεται σε άλλα πιο οικία πεδία.

Η φυσική εξέλιξη της ασθένειας μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και εξετάζονται οι ψυχολογικοί και ηθικοί παράγοντες που συντείνουν στην ανάπτυξή της.

Κεντρική θέση κατέχει η έννοια της αθυμίας, της αποθάρρυνσης η οποία βοηθά στην εξάπλωση και επικράτηση της ασθένειας. Η αποθάρρυνση είναι η αιτία της μεγάλης θνησιμότητας. Είναι αυτή που αφαιρούσε από τους ανθρώπους την δύναμη να αντισταθούν στην ασθένεια.

Ο ψυχολογικός παράγοντας δεν ήταν εντελώς άγνωστος στην αρχαία Ελλάδα. Πρώιμα Ιπποκρατικά κείμενα καταγράφουν την ψυχική κατάσταση, μερικές φορές την έλλειψη ψυχικής δύναμης ή την κατάθλιψη(«περί επιδημειών Γ’», « περί αρχαίας ιατρικής» κ.λ.π. ). Αλλά με τον Θουκυδίδη το θέμα παίρνει άλλες διαστάσεις.

Ο Θουκυδίδης θεωρεί την αθυμία σημαντική αιτία, έναν ακόμα θανατηφόρο παράγοντα στην όλη εξέλιξη της ασθένειας. Είναι φανερό ότι πρόκειται για έναν ακόμα νεωτερισμό του μεγάλου ιστορικού.

Οι συνέπειες του λοιμού βέβαια επεκτείνονται και σε άλλους τομείς, στους κοινωνικούς θεσμούς, στην πίστη και στα θρησκευτικά έθιμα, στην κατάρρευση της ευνομίας, στην καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων.

Ο φόβος των θεών έπαψε να υπάρχει καθώς οι άνθρωποι έβλεπαν τους ευσεβείς και τους ασεβείς εξίσου να πεθαίνουν. «Οι άνθρωποι μη ξέροντας τι θα απογίνουν αδιαφορούσαν αδιακρίτως για ιερά και όσια. Τα σχετικά με τις ταφές έθιμα που τηρούσαν ως τότε είχαν διαταραχθεί όλα και ο καθένας έθαβε τους δικούς του όπως μπορούσε…. Ο λοιμός έδωσε στην πόλη την πρώτη αφορμή παρανομίας… κανένας νόμος θεών και ανθρώπων δεν στέκονταν εμπόδιο.. σεβασμός και ασέβεια ήταν το ίδιο πράγμα.. κανείς δεν πίστευε ότι θα ζούσε ως την ημέρα της δίκης και ότι θα τιμωρούνταν.. γι αυτό έκριναν ότι δικαιούνταν να απολαύσουν γρήγορα ότι θα τους οδηγούσε στην ευχαρίστηση» κλπ. Κλπ. Μια εικόνα της Φλωρεντίας όπως μας την δίνει ο Βοκάκιος όταν η πόλη ζούσε στην σκιά του Μαύρου Θανάτου. Τόσο μεγάλη ήταν η ηθική και κοινωνική κρίση που πέρασαν οι Αθηναίοι στην διάρκεια του λοιμού.

Ο Θουκυδίδης μολονότι δεν φημίζονταν για την θρησκευτικότητά του έβλεπε την χρησιμότητα της θρησκευτικής πίστης στην διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, όπως και της ευνομίας και τον φόβιζε η εικόνα της κοινωνικής διάλυσης που έδινε η Αθήνα.

Σήμερα βέβαια η πανδημία που περνάμε δεν έχει να παρουσιάσει τέτοιες ακραίες καταστάσεις μολονότι σε μικρή κλίμακα έχουν σημειωθεί διάφορες αντικοινωνικές συμπεριφορές (που χρήζουν ειδικής προσοχής και μελέτης). Ωστόσο στην περίπτωση που μια πανδημία ξεφύγει από κάθε έλεγχο είναι σίγουρο ότι θα την ακολουθήσουν τέτοια η ανάλογα φαινόμενα κοινωνικής και ηθικής κρίσης σαν κι αυτά που περιγράφει ο Θουκυδίδης. Γι αυτό να είμαστε βέβαιοι.

Από το πρόβλημα των πανδημιών είναι αδύνατον να απαλλαγει η ανθρωπότητα. Κατά διαστήματα θα προκύπτουν απροειδοποίητα και θα βάζουν σε υπαρξιακά διλήμματα κοινωνίες ολόκληρες και εκατομμύρια ανθρώπους. Και πάντα θα λείπει (όπως είναι πολύ λογικό) το κατάλληλο φάρμακο για την θεραπεία της νέας ασθένειας. Μετά όμως από τόσες χιλιάδες χρόνια και τόσες πολλές περιπέτειες πανδημιών έχουμε μάθει κάτι: Να περιορίζουμε τουλάχιστον την διάδοσή τους, να αμυνόμαστε. Με περιορισμό των μετακινήσεων και κατ οίκον εγκλεισμό. Να κερδίζουμε έτσι ζωές και χρόνο έως ότου παρασκευασθεί το κατάλληλο φάρμακο και το εμβόλιο. Κάτι που τουλάχιστον στις μέρες μας η επιστήμη μπορεί να το εγγυηθεί και να το κάνει και μάλιστα σε σύντομο διάστημα. Υπάρχει επόμενα μια μέθοδος αντιμετώπισης των πανδημιών και μια επιστημονική δυνατότητα, πράγματα που δεν υπήρχαν παλιά. Αυτή είναι και η διαφορά με την εποχή του Θουκυδίδη και την επιδημία του τύφου και του Βοκάκιου το 1350 μ.χ. που θέρισε το 1/3 του πληθυσμού της Ευρώπης η πανούκλα.

Μήλιος Χρήστος

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Σχόλια

Kατηγορίες

Ιστορικό